Του κ. Επαμεινώνδα Βαδίλη

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΡΩΤΕΣ ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΪΤΑΛΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΣΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΚΑΛΠΑΚΙ

​Του κ. Επαμεινώνδα Βαδίλη
​Επίτιμου Επιθεωρητή Γεωργίας

​Πολλές και ποικίλες είναι οι αναμνήσεις από τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο, τη γιγαντιαία εκείνη τιτανομαχία που δημιούργησε το έπος του 1940 που είναι το μεγαλύτερο ορόσημο στην ιστορία της νεώτερης Ελλάδας.
Μερικές από τις αναμνήσεις αυτές στο ιστορικό Καλπάκι γυρνώντας 45 χρόνια πίσω, θα προσπαθήσουμε να τις ξαναφέρουμε στην μνήμη μας, να τις ξαναζωντανέψουμε για να ζήσουμε έστω και για λίγο την ιερότητα εκείνων των στιγμών.
​Παραμονή της 28ης Οκτωβρίου 1940 και τα τμήματα της 8ης Μεραρχίας της μαρτυρικής εκείνης Μεραρχίας που αποτελείτο εξ ολοκλήρου από Ηπειρώτες και που και τότε όπως και σήμερα είχε έδρα τα θρυλικά Γιάννινα, με Διοικητή τον αείμνηστο Στρατηγό Χαράλαμπο Κατσιμήτρο, ήταν διεσπαρμένα στην Ηπειρωτική ύπαιθρο στις Ηπειρωτικές βουνοπλαγιές και στα λαγκάδια με επίκεντρο το ιστορικό Καλπάκι, και περίμεναν από μέρα σε μέρα τη διαταγή επιστροφής στην έδρα τους, γιατί τίποτε δεν προμήνυε τα γεγονότα τα οποία επρόκειτο να συμβούν εντός ολίγων ημερών.
Η νύχτα της 27ης Οκτωβρίου ήταν μια νύχτα καθαρά φθινοπωρινή με λίγο κρύο, λίγες βροχές και πολλές αστραπές και βροντές, ανακατεμένες με κάτι παράξενες ομοβροντίες που συνεχίζονταν μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Όσο περνούσε η ώρα οι ομοβροντίες αυτές ακούονταν περισσότερο, και όλοι που εκείνη την ώρα βρίσκονταν μέσα στις σκηνές και τα αντίσκηνα τις απέδιδαν στη χειροτέρευση των καιρικών συνθηκών. Πολύ γρήγορα όμως άρχισαν να αντιλαμβάνονται ότι οι ομοβροντίες, που εν τω μεταξύ γίνονταν πιο πυκνές και πιο έντονες δεν οφείλονταν στις καιρικές συνθήκες, αλλά ότι κάτι το σημαντικό συνέβαινε.
Σε λίγο αγγελιοφόροι περιέρχονταν από μονάδα σε μονάδα και από τμήμα σε τμήμα για να αναγγείλουν ότι οι Ιταλοί μας είχαν κηρύξει τον πόλεμο και με τα κανόνια τους μας έστελναν τα πρώτα εχθρικά βλήματα.
Η σύγχυση των πρώτων στιγμών φεύγει πολύ γρήγορα και με το άνοιγμα των φακέλων επιστρατεύσεως ο καθένας βρέθηκε στη θέση του και ανελάμβανε τις ευθύνες του.
Εν τω μεταξύ οι καμπάνες των γύρω χωριών και ιδίως των χωριών της επαρχίας Ζαγορίου χτυπούσαν δαιμονιωδώς και έδιναν και αυτές το πρώτο άγγελμα του πολέμου.
​Η πρώτη μέρα του πολέμου πέρασε με μετακινήσεις μικρών τμημάτων μας μέσα από ημιονικούς δρόμους και μονοπάτια προς την πρώτη γραμμή του μετώπου προς ενίσχυση των μαχόμενων τμημάτων της προκαλύψεως γιατί υπήρχε σχέδιο να κρατηθεί η πρώτη γραμμή του μετώπου για ένα μικρό χρονικό διάστημα για λόγους ψυχολογικούς, αλλά και για να δοθεί η ευκαιρία στα υπόλοιπα τμήματα να καταλάβουν τις θέσεις τους στην οχυρωματική ζώνη του Καλπακίου γνωστής και σαν ζώνης ελαίας, όπου όπως είναι γνωστό δεσπόζουν προς Ανατολάς του δημόσιου δρόμου Καλπάκι – Ιωάννινα τα υψώματα της Γκραμπάλας και προς Δυσμάς τα υψώματα της Χρυσοράχης.
Αντίθετα προς την κατεύθυνση των μετακινουμένων για την πρώτη γραμμή τμημάτων μας, ένα άλλο κύμα ανθρώπων κατά φάλαγγες εκινείτο με κατεύθυνση προς τα Γιάννινα. Ήταν ο άμαχος πληθυσμός των παραμεθορίων χωριών της Επαρχίας Πωγωνίου που πρώτα δέχθηκαν τα βλήματα του εχθρού και εγκατέλειπαν τα χωριά τους και τα σπίτια τους για να γλιτώσουν από τη μπότα του καταχτητή.
Είναι δύσκολο να περιγράψει κανένας την εικόνα που παρουσίαζαν οι άνθρωποι αυτοί.
Πανικόβλητοι με την αγωνία ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους, γέροντες, γριές, μεσόκοπες γυναίκες, κορίτσια, αγόρια, μάνες με τα μικρά παιδιά τους στην αγκαλιά ή με τα μωρά στην κούνια ζαλωμένες, κουβαλούσαν κοντά τους ότι νόμιζαν πολύτιμο γι’ αυτούς. Άλλος είχε το εικόνισμα της Παναγιάς στα χέρια του, άλλος τον παράλυτο γέροντα πατέρα του στους ώμους του, άλλος την αγελάδα του που την έσερνε με μια τριχιά, άλλος τις κατσίκες του, άλλος ένα ταψί στο χέρι και οι περισσότεροι με τα γαϊδουράκια τους φορτωμένα μέχρι τ’ αφτιά με στρώματα και κλινοσκεπάσματα.
Βλέποντας τους φαντάρους μας να πηγαίνουν για την πρώτη γραμμή τους φώναζαν.
Που πάτε μωρέ παιδιά, μιλεούνια έρχονται οι Ιταλοί από πίσω μας!!
Οι φαντάροι μας όμως απτόητοι τραβούσαν για την πρώτη γραμμή για να φθάσουν στο πεδίο της τιμής.
Έτσι με μάχες στην πρώτη γραμμή διέρρευσε η πρώτη και η δεύτερη μέρα του πολέμου μέχρι τις βραδινές ώρες της 29ης Οκτωβρίου, οπότε με το νύχτωμα άρχισε η οπισθοχώρηση των τμημάτων μας προς το Καλπάκι.
Η νύχτα αυτή της οπισθοχώρησης ήταν κάτι που δεν μπορεί το ξεχάσει κανένας.
Βροχή καταρρακτώδης όλη τη νύχτα, ορατότητα μηδέν σκοτάδι πυκνό σκέπαζε τα πάντα.
Οι στρατιώτες μας για να μη χάσουν την επαφή με τα τμήματα τους αναγκάζονταν να κρατούν τις ουρές των μουλαριών των μεταγωγικών, γιατί υπήρχε κίνδυνος να αποκοπούν από τη φάλαγγα και να χαθούν.
Η συναίσθηση, ότι θα έπρεπε η διαδρομή αυτή από την πρώτη γραμμή μέχρι την οχυρωματική ζώνη να διανυθεί μέσα στη νύχτα, μεγάλωνε την αγωνία των μετακινουμένων τμημάτων μας, γιατί την ημέρα τα εχθρικά τμήματα θα προχωρούσαν ακάθεκτα και υπήρχε μεγάλος φόβος να αιχμαλωτισθούν.
Μια πραγματική κόλαση του Δάντη ήταν η νύχτα αυτή. Ευτυχώς χάρη στην εμπειρία αξίων αξιωματικών αλλά και οπλιτών που ήξεραν την περιοχή, όλα τα τμήματα μας κατόρθωσαν εντός της νύχτας να φθάσουν στον προορισμό τους και να καταλάβουν τις θέσεις τους στην οχυρωματική ζώνη του Καλπακιού.
Από αυτή την ημέρα που ήταν η τρίτη μέρα του πολέμου αρχίζει μια πραγματική τιτανομαχία.
Τα τμήματα του εχθρού όπως ήταν φυσικό σε λίγο χρόνο αφού δεν υπήρχε καμιά αντίσταση έφθασαν ανενόχλητα μέχρι το Καλπάκι, που απ’ εκεί και πέρα δεν μπόρεσαν να προχωρήσουν ούτε κατά ένα μέτρο.
Αλλά για να εκτιμηθεί στα μεγέθη που πρέπει η αξία του αμυντικού αυτού αγώνα στο Καλπάκι κρίνουμε σκόπιμο να παραθέσουμε τα αριθμητικά στοιχεία των επιτιθεμένων και των αμυνόμενων δυνάμεων.
Στην Ήπειρο γενικά οι Ιταλοί επιτέθηκαν σε μέτωπο 100 χιλιομέτρων με τις εξής δυνάμεις.
124 τάγματα πεζικού, 3 συντάγματα ιππικού, 244 πυροβόλα, πολλά τάγματα όλμων, 90 άρματα μάχης και με υποστήριξη πολλών σμηνών αεροπλάνων.
Οι δικές μας δυνάμεις ήταν 15 τάγματα πεζικού και 64 πυροβόλα της 8ης Μεραρχίας, λίγοι όλμοι και λίγα αεροπλάνα. Στον τομέα του Καλπακίου όπου ήταν και η κύρια προσπάθεια των Ιταλών επιτέθηκαν σε μέτωπο 12 χιλιομέτρων με 15 τάγματα πεζικού, 120 πυροβόλα, 90 άρματα μάχης, τάγματα όλμων και με υποστήριξη σμηνών αεροπλάνων. Τα τμήματα αυτά ανήκαν στις Μεραρχίες Φεράρα και Κενταύρων με επικεφαλής τον Ιταλό Στρατηγό Ρόσσι.
Η δική μας η άμυνα διεξάχθηκε με 7 τάγματα πεζικού, 24 πυροβόλα με λίγους όλμους και λίγα αεροπλάνα με επικεφαλής το Στρατηγό Χαράλαμπο Κατσιμήτρο Διοικητή της 8ης Μεραρχίας. Στις 31 Οκτωβρίου τα προχωρημένα Ιταλικά τμήματα ήρθαν σε επαφή με τα Ελληνικά τμήματα στην τοποθεσία της αντίστασης, και άρχισαν να ετοιμάζονται για την μεγάλη επίθεση. Την ίδια μέρα ο Στρατηγός Κατσιμήτρος παίρνει κρυπτογραφικό σήμα από το Γενικό Στρατηγείο που του έλεγε ότι η κύρια αποστολή της Μεραρχίας του ήταν η κάλυψη του πολεμικού θεάτρου της Δυτικής Μακεδονίας και δευτερευόντως η απόφραξη των οδεύσεων από την Ήπειρο προς την Αιτωλοακαρνανία.
Η Μεραρχία, έγραφε το σήμα, δεν πρέπει να φθείρει τις δυνάμεις της διεκδικούσα το Εθνικό έδαφος της Ηπείρου.
Αλλά ο Κατσιμήτρος επιμένει στην απόφασή του να δώσει τη μάχη στη γραμμή Καλπάκι – Καλαμάς που την είχε προπαρασκευάσει αμυντικά από τον καιρό της ειρήνης.
Έτσι λοιπόν τα πάντα ετοιμάζονται για την άμυνα μέχρις εσχάτων.
Στα υψώματα της Γκραμπάλας στήθηκαν δύο παρατηρητήρια πυροβολικού, το ένα στο κυρίως ύψωμα της Γκραμπάλας με επικεφαλής τον Διοικητή του 8ου Συντάγματος Πυροβολικού Ιωαννίνων Συνταγματάρχη Ασημακόπουλο Αλέξανδρο και το άλλο στο πλαϊνό ύψωμα Αδόνιτσα με επικεφαλής τον Ταγματάρχη του ιδίου Συντάγματος Πυροβολικού Βερσήν Κωνσταντίνο, και τρίτο παρατηρητήριο στα υψώματα της Χρυσόραχης με επικεφαλής τον Ταγματάρχη Κωστάκη Δημήτριο επίσης του ιδίου Συντάγματος Πυροβολικού.
Την όλη ευθύνη του συντονισμού του Πυροβολικού μας την είχε ο Αρχηγός του Μεραρχιακού Πυροβολικού της 8ης Μεραρχίας Συνταγματάρχης Μαυρογιάννης Παναγιώτης.
Τα περισσότερα πυροβόλα μας ήταν κατανεμημένα πίσω από τα υψώματα της Γκραμπάλας στις κτηματικές περιοχές των χωριών Κάτω και Άνω Σουδενά τώρα Πεδινά μεταξύ των οποίων ήταν και δύο βαριές πυροβολαρχίες, ήτοι 8 πυροβόλα, η μία υπό τον Λοχαγό Λυκαυγέρη και η άλλη υπό τον Λοχαγό Μπενούκα και όλα τα υπόλοιπα ορειβατικά.
Άλλες δύο πεδινές πυροβολαρχίες, ήτοι 8 πυροβόλα, η μία υπό τον Λοχαγό Αλεξόπουλο Γεώργιο και η άλλη υπό τον Λοχαγό Σερβετά Κων/νο είχαν κατανεμηθεί στα υψώματα της Χρυσόραχης στη Δυτική πλευρά της αμυντικής μας γραμμής κοντά στο Ιεροδιδασκαλείο της Βελάς.
Τα τμήματα του πεζικού μας με επικεφαλής τον Αρχηγό του Μεραρχιακού Πεζικού της 8ης Μεραρχίας Συνταγματάρχη Ντρέ κατέλαβαν τις δύο γραμμές χαρακωμάτων που βρίσκονταν στις πλαγιές των υψωμάτων της αμυντικής μας γραμμής.
Την κύρια ευθύνη της άμυνας των υψωμάτων Γκραμπάλας – Ψηλοράχης την είχε το 3ο Τάγμα του 15ου Συντάγματος Πεζικού Ιωαννίνων με επικεφαλής τον Ταγματάρχη Πεζικού Πανταζή Κων/τίνον. Οι επιθέσεις των Ιταλών άρχισαν και συνεχίσθηκαν χωρίς διακοπές από την 1η μέχρι τις 8η Νοεμβρίου.
Οι μεν Μονάδες Πεζικού επιτέθηκαν κυρίως κατά των υψωμάτων της Γκραμπάλας – Ψηλοράχης, οι δε Μονάδες των αρμάτων μάχης κατά του δημόσιου δρόμου Καλπάκι – Γιάννινα τον οποίο προσπαθούσαν να τον διασπάσουν και να τον διαβούν. Περισσότερο όμως η κύρια προσπάθεια των Ιταλικών επιθέσεων εστρέφετο κατά του υψώματος της Γκραμπάλας λόγω της μεγάλης στρατηγικής σημασίας που είχε το ύψωμα αυτό γιατί δεσπόζει της όλης περιοχής.
Έτσι, επί 8ήμερο φωτιά και καυτό σίδερο έπεφτε στην αμυντική μας γραμμή.
Όλες όμως οι επιθέσεις των Ιταλών απέτυχαν χάρη στην ευστοχία του Πυροβολικού μας το οποίο κυριολεκτικά εθέριζε τους επιτιθέμενους Ιταλούς και στην γενναιότητα των αξιωματικών και στρατιωτών μας, αλλά και στην εξαιρετικά στρατηγική αξία που έχει η γύρω από το Καλπάκι περιοχή. Μόνον δύο φορές κατόρθωσαν οι Ιταλοί να καταλάβουν το ύψωμα της Γκραμπάλας την πρώτη στις 2 Νοεμβρίου και την άλλη στις 7 Νοεμβρίου.
Στις 2 Νοεμβρίου μια διμοιρία του εχθρού είχε κατορθώσει να ανέβει στο ύψωμα από το οποίο εκδιώχθηκε με αντεπίθεση το πρωί της άλλης μέρας.
Στις 7 Νοεμβρίου η κατάληψη έγινε ύστερα από λυσσαλέα επίθεση του εχθρού που έγινε τις βραδινές ώρες με ομάδες θανάτου.
Αλλά αμέσως τα μεσάνυχτα της ίδιας μέρας διατάχθηκε και έγινε αντεπίθεση με το Τάγμα Πανταζή το οποίο θαυματούργησε γιατί ο εχθρός ανατράπηκε και εκδιώχθηκε ύστερα από σκληρό αγώνα εκ του συστάδην με τη λόγχη και με χειροβομβίδες, αφήνοντας στο πεδίο της μάχης περί τους 45 νεκρούς.
Οι νεκροί είχαν περιλαίμιο με μεταλλική πλάκα που έγραφε Στρατιώτες του Θανάτου FANDI DI MORTE.
Οι δικές μας απώλειες ήταν ελάχιστες μεταξύ των οποίων ο μόνιμος Ανθυπολοχαγός Πεζικού Χατζόπουλος Νικόλαος που καταγόταν από την Θεσσαλονίκη.
Σε όλες αυτές τις μάχες διακρίθηκαν ο Αρχηγός Πυροβολικού της 8ης Μεραρχίας Συνταγματάρχης Μαυρογιάννης Παναγιώτης, ο Διοικητής του 8ου Συντάγματος Πυροβολικού Ιωαννίνων Συνταγματάρχης Ασημακόπουλος Αλέξανδρος, οι Ταγματάρχες Πυροβολικού Κωστάκης Δημήτριος και Βερσής Κων/νος με άμεσους συνεργάτες τους Λοχαγούς Διοικητές των Πυροβολαρχιών και πολλούς Έφεδρους Αξιωματικούς μεταξύ των οποίων ήταν και ο αείμνηστος έφεδρος Ανθυπολοχαγός Πύρσος Σωκράτης από την Πυρσόγιαννη της Κόνιτσας, που με το εύστοχο πυροβολικό της Μεραρχίας εθέριζαν κυριολεκτικά τους επιτιθέμενους Ιταλούς και καθήλωναν τα άρματα μάχης.
Από πλευράς Μονάδων Πεζικού διακρίθηκε ο σεμνός αγωνιστής Διοικητής του 3ου Τάγματος Ταγματάρχης Πανταζής Κων/νος με τους Υπολοχαγούς Βασιλά Νικόλαο, Μάλλιο Δημήτριο και τον Ανθυπολοχαγό Σαρρή Κων/νο, και πολλούς άλλους αξιωματικούς μόνιμους και έφεδρους, αλλά και στρατιώτες που πολεμούσαν με απαράμιλλη παλικαριά και αυτοθυσία και για τον πρόσθετο ακόμη λόγο ότι επειδή οι περισσότεροι ήταν Ηπειρώτες ήξεραν ότι πολεμούν υπέρ βωμών και εστιών. Θα πρέπει εδώ να τονισθεί ιδιαίτερα η συμβολή του Πυροβολικού μας εκτός των άλλων στην αντιμετώπιση των αρμάτων μάχης για τα οποία δεν υπήρχαν άλλα μέσα για να αντιμετωπισθούν, δεδομένου ότι η Ελληνική άμυνα δεν διέθετε άρματα μάχης.
Μόνο κατά την Ιταλική επίθεση της 3ης Νοεμβρίου που ήταν μια από τις ισχυρότερες και έγινε με τη συνοδεία 50 αρμάτων μάχης, κατεστράφηκαν από το πυροβολικό μας 9 άρματα μάχης Ιταλικά.
Οι απώλειες των Ιταλών σ’ αυτό το 8ήμερο στο Καλπάκι ήταν τρομακτικές. Εκείνη η μικρή πεδιάδα που αρχίζει από το Καλπάκι και φθάνει μέχρι τον Καλαμά ποταμό υπήρξε ο τάφος πολλών εκατοντάδων Ιταλών.
Βεβαίως απώλειες είχαν και τα δικά μας τμήματα αλλά πολύ λιγότερες.
Μετά την 8η Νοεμβρίου οι Ιταλοί άρχισαν να απογοητεύονται. Τα όνειρά τους ότι σε λίγες ώρες θα έφθαναν στα Γιάννινα να πιούν τον καφέ τους, και σε λίγες μέρες με έναν περίπατο στην Αθήνα, με τα οποία τους είχε γαλουχήσει η Ιταλική προπαγάνδα άρχισαν να γκρεμίζονται και απογοητευμένοι συνειδητοποιούσαν σιγά-σιγά την ιδέα της οπισθοχώρησης. Έτσι στις 13 Νοεμβρίου με την οπισθοχώρηση των Ιταλών που είχε ήδη συντελεστεί τα δικά μας τμήματα ανέλαβαν την αντεπίθεση με όλες τις μετέπειτα γνωστές εξελίξεις του πολέμου.
Το έπος του 1940 οφείλεται κατά το μεγαλύτερο μέρος στο Καλπάκι σ’ αυτό που η 8η Μεραρχία το κράτησε απόρθητο παρά τις λυσσαλέες και με υπέρτερες δυνάμεις επιθέσεις του εχθρού, και γι’ αυτό δικαίως θα πρέπει να αποκαλείται το Βερντέν της Ελλάδος.
Παρά ταύτα όμως ορισμένοι ιστορικοί και αρθρογράφοι εφημερίδων ηθελημένα ή αθέλητα έχουν μυθοποιήσει παραπάνω από τις πραγματικές της διαστάσεις τη μάχη της Πίνδου που ήταν το άλλο δίδυμο της αντίστασης κατά του εχθρού τις πρώτες μέρες του πολέμου και υποτιμούν την αντίσταση στο Καλπάκι την οποία την αγνοούν ακόμα και αυτά τα μέσα μαζικής ενημέρωσης κατά τον γιορτασμό των επετείων του έπους του 1940.
Εν τούτοις όμως η ιστορική αλήθεια είναι διαφορετική και να γιατί.
Η μάχη στην Πίνδο τις πρώτες μέρες του πολέμου είχε την εξής εξέλιξη: Τον τομέα αυτόν τον είχε αναλάβει να τον υπερασπιστεί το απόσπασμα της Πίνδου που αποτελούνταν από 2000 άνδρες, 4 ορειβατικά πυροβόλα και μιαν ίλη ιππικού με επικεφαλής τον Συνταγματάρχη Δαβάκη Κων/νο, που είχε οργανώσει την τοποθεσία της άμυνας από τον καιρό της ειρήνης.
Η επίθεση των Ιταλών έγινε εκεί σε μέτωπο 30 χιλιομέτρων με την επίλεκτη 3η Μεραρχία Αλπινιστών Τζούλια που από τις 15000 άνδρες της συνολικής της δύναμης διέθεσε για τον σκοπό αυτό 2 Συντάγματα Πεζικού, 1 ίλη Ιππικού, 5 Πυροβολαρχίες, πολλούς όλμους και σμήνη αεροπλάνων.
Την πρώτη μέρα ο εχθρός ανέτρεψε τα τμήματα προκαλύψεως αλλά λόγω σφοδρής θύελλας η μεραρχία των Αλπινιστών δεν κατόρθωσε να διαβεί τον Σαραντάπορο ποταμό γιατί είχε καταστραφεί η γέφυρα, αλλά το βράδυ της δεύτερης μέρας δηλαδή την 29η Οκτωβρίου είχε καταλάβει σχεδόν ολόκληρη την τοποθεσία της αντίστασης.
Το απόσπασμα της Πίνδου λόγω των υπερτέρων δυνάμεων του εχθρού αναγκάζεται να υποχωρήσει και να φθάσει στο Επταχώρι. Εκεί ο Δαβάκης ανασυγκροτεί το απόσπασμα του και την 1η Νοεμβρίου αρχίζει αντεπίθεση κατά των Ιταλικών δυνάμεων που ενθουσιασμένες από την επιτυχία των πρώτων ημερών είχαν προχωρήσει αρκετά σε βάθος προς την Σαμαρίνα και την Βωβούσα αφήνοντας το αριστερό τους εντελώς ακάλυπτο.
Κατά την αντεπίθεση ο Δαβάκης ηγούμενος διλοχίας τραυματίζεται θανάσιμα στο ύψωμα Προφήτης Ηλίας Φούρκας στις 2 Νοεμβρίου, μεταφέρεται στα μετόπισθεν και τον αντικαθιστά επάξια ο Ταγματάρχης Καραβίας Ιωάννης που συνεχίζει την αντεπίθεση.
Την ίδια μέρα σκοτώνεται ο πρώτος Έλληνας Αξιωματικός ο Δωδεκανήσιος Υπολοχαγός Διάκος Αλέξανδρος στο ύψωμα Τσούκα της Φούρκας μαχόμενος ηρωικά εναντίον 6πλάσιας δύναμης του εχθρού, που 3 φορές το κατέλαβε και το έχασε.
Εν τω μεταξύ όμως το Γενικό Στρατηγείο από την 30η Οκτωβρίου ανησυχεί για την θεαματική διείσδυση των Ιταλών και αμέσως αναθέτει την διεύθυνση του αγώνα της Πίνδου στο Β’ Σώμα Στρατού το οποίο και προωθείται στην Κοζάνη.
Το Β’ Σώμα Στρατού ενεργεί ταχύτατα. Στέλνει αμέσως στο χώρο της μάχης από τις 30 Οκτωβρίου μέχρι τις 8 Νοεμβρίου 18 Τάγματα Πεζικού, 2 Συντάγματα Ιππικού, 2 Επιλαρχίες και 4 ομάδες αναγνωρίσεως της 1ης Μεραρχίας υπό τον Υποστράτηγο Βραχνόν Βασίλειον καθώς και 1 Ταξιαρχία Ιππικού υπό τον Ηπειρώτη Συνταγματάρχη Δημάρατον Σωκράτη.
Με αυτές τις δυνάμεις και σε συνεργασία και με την Μεραρχία Ιππικού υπό τον Υποστράτηγο Στανωτά κατόρθωσαν να εγκλωβίσουν την Μεραρχία των Αλπινιστών Τζούλια στον χώρο μεταξύ Διστράτου – Πάδες και να την διαλύσουν μέχρι τις 12 Νοεμβρίου.
Αυτή είναι η ιστορική αλήθεια που προκύπτει και από τις εξής πηγές:
Ο Υποστράτηγος Βραχνός Βασίλειος που μετά την 30η Οκτωβρίου του ανατέθηκε η ηγεσία των Ελληνικών δυνάμεων στην Πίνδο, σε δημοσίευμα του στην εφημερίδα των Αθηνών Ελεύθερος Λόγος απαντώντας σε δημοσιεύματα που παραποιούσαν την πραγματικότητα έγραψε τον Ιανουάριο του 1967 τα εξής:
«Ουδεμίαν σοβαράν αντίστασην προέβαλε το απόσπασμα της Πίνδου κατά την επίθεσιν του εχθρού την 28ην και 29ην Οκτωβρίου διότι από της πρωίας της 30ης Οκτωβρίου εισέρεε τούτο πανικόβλητο προς το Επταχώρι»
Και ο Αρχιστράτηγος Παπάγος στη σελίδα 107 του βιβλίου του «Ο Πόλεμος της Ελλάδος 1940-41» γράφει:
«Εν τω τομεί της Πίνδου η 3η Μεραρχία Αλπινιστών είχε απωθήσει τας εν τω τομεί τούτω περιορισμένας Ελληνικάς Δυνάμεις αίτινες ου μόνον δεν επέτυχαν επιβράδυνσιν τινά του αντιπάλου, αλλά απώλεσαν ταύτην εντός της ημέρας»
Αυτή είναι η ιστορική πραγματικότητα.
Ηρωποιήθηκε όμως ο Δαβάκης και σωστά ηρωποιήθηκε γιατί εκτός του ότι προπαρασκεύασε την αμυντική γραμμή της Πίνδου από τον καιρό της ειρήνης, στην αντεπίθεση που οργάνωσε τραυματίσθηκε και στην συνέχεια είχε το τραγικό τέλος να συλληφθεί από τους Ιταλούς το 1942 και όπως μεταφέρονταν σαν όμηρος στην Ιταλία με το Ιταλικό πλοίο Σιτά Ντι Τζένοβα να τορπιλιστεί το πλοίο στις Αλβανικές ακτές και να πνιγεί και αυτός μαζί με άλλους ομήρους.
Ηρωποιήθηκε επίσης και πολύ δίκαια ο Υπολοχαγός Διάκος Αλέξανδρος ο πρώτος Έλληνας Αξιωματικός που σκοτώθηκε στον πόλεμο αυτόν μαχόμενος στον τομέα της Πίνδου. Δεν ηρωποιήθηκε όμως στο Καλπάκι ο Ταγματάρχης του πυροβολικού Κωστάκης Δημήτριος που τον είχαν επικηρύξει οι Ιταλοί γιατί τους είχε τρομοκρατήσει με το εύστοχο πυροβολικό του.
Είναι γνωστό σε όλους όσοι πολέμησαν στο Καλπάκι το βλήμα που από βολή του Κωστάκη έπεσε μέσα στο καζάνι των Ιταλών στο ύψωμα Προφήτης Ηλίας των Δολιανών την ώρα που έπαιρναν το συσσίτιο.
Ούτε ηρωποιήθηκε ο Ταγματάρχης του Πυροβολικού Βέρσης Κων/τίνος, αυτός που με τόση επιτυχία κατηύθυνε την βολή του πυροβολικού από τα παρατηρητήρια της Γκραμπάλας και της Ασύνιτσας και που είχε το άδοξο τέλος μετά την λήξη του πολέμου όταν παραδίδονταν τα κανόνια στους Γερμανούς στο χωριό Ραψίστα, τώρα Πεδινή έξω από τα Γιάννινα να μην δεχθεί να παραδώσει τα κανόνια της μονάδος του στους Γερμανούς και με τα λόγια «που τα παραδίδετε τα κανόνια σ’ αυτούς τους αλήτες; Αυτά είναι στεφανωμένα με δάφνες στα πεδία των μαχών» να βγάλει το πιστόλι του και να θέσει τέρμα στην ζωή του. Αλλά ούτε και ο αρχηγός του Πυροβολικού της 8ης Μεραρχίας Συνταγματάρχης Μακρυγιάννης Παναγιώτης ηρωποιήθηκε αυτός που ο ίδιος προσωπικά οργάνωσε την οχυρωματική ζώνη στο Καλπάκι από τον καιρό της ειρήνης, και που τόσο θαυμάσια συντόνισε το πυροβολικό στο Καλπάκι κατά την 8/ήμερη άμυνα, ώστε να γίνει ο τάφος των επιτιθεμένων Ιταλών.
Ούτε φυσικά και ο Διοικητής του 8ου Συντάγματος Πυροβολικού Ιωαννίνων Συνταγματάρχης Ασημόπουλος Αλέξανδρος που από το παρατηρητήριο της Γκραμπάλας με τόση επιτυχία κατηύθυνε την βολή του πυροβολικού.
Ούτε ηρωποιήθηκε ο Ταγματάρχης του Πεζικού Πανταζής Κων/τίνος ο Διοικητής του 3ου Τάγματος του 15ου Συντάγματος Πεζικού της 8ης Μεραρχίας που το Τάγμα του είχε την κύρια ευθύνη της άμυνας του υψώματος της Γκραμπάλας – Ψηλοράχης.
Αλλά ούτε και ο μόνιμος Ανθυπολοχαγός Πεζικού Χατζόπουλος Νικόλαος ηρωποιήθηκε που σκοτώθηκε στις 7 Νοεμβρίου κατά την αντεπίθεση στην Γκραμπάλα.
Και ούτε και ο Στρατηγός Κατσιμήτρος Χαράλαμπος ο Διοικητής της 8ης Μεραρχίας που θεωρείτε ο Πατέρας της νίκης στο Καλπάκι ηρωποιήθηκε όσο έπρεπε.
Αλλά ας εξετάσουμε και την υφή των δύο αγώνων που ριζικά διαφέρουν μεταξύ τους.
Ο αγώνας στην Πίνδο ήταν αγώνας συνεχών μετακινήσεων και ελιγμών χωρίς σταθερό μέτωπο.
Ενώ ο αγώνας στο Καλπάκι ήταν αγώνας στατικός και καθαρά αμυντικός.
Στα ίδια σημεία Γκραμπάλα – Ασύνιτσα – Ψυλοράχη και δημόσιο δρόμο Καλπάκι – Ιωάννινα επί 8ήμερο συνεχώς έπεφτε φωτιά και καυτό σίδερο χωρίς η αμυντική μας γραμμή να λυγίσει.
Αλλά και η σύνθεση των δυνάμεων ήταν διαφορετική.
Στην Πίνδο στάλθηκαν αμέσως από τις πρώτες ημέρες του πολέμου μετά την θεαματική διείσδυση του εχθρού ισχυρές δυνάμεις του Β’ Σώματος Στρατού, ενώ στο Καλπάκι τα έβγαλε πέρα μόνη της παλικαρίσια η 8η Μεραρχία.
Η επιτυχία της άμυνας στο Καλπάκι είχε τα εξής αποτελέσματα. Έδωσε τον χρόνο και την δυνατότητα να υλοποιηθεί η επιστράτευση και να σταλούν τόσες πολλές δυνάμεις στο μέτωπο της Πίνδου.
Αλλά το σπουδαιότερο είναι ότι έσπασε το ηθικό των Ιταλών από τις πρώτες μέρες του πολέμου πράγμα πολύ σημαντικό για την μετέπειτα έκβασή του.