Το Όραμα του Κολοκοτρώνη

img_8077

Εκεί κοντά στην εκκλησιά σταμάτησε ο Γέρος

Κοίταξε γύρω… ερημιά. Ήσυχο κι άγριο μέρος.
Τ’ άλογο στρέφει τη ματιά στο νιόβγαλτο χορτάρι.
Τ’ αφήνει ο Γέρος κι ακουμπά σε ριζιμιό λιθάρι.
Στην πέτρα κάθεται βαρύς λίγη γαλήνη να βρει.
Μα η έννοια πάνω του κυλά βαριά και μαύρη.
«… Έρμη πατρίδα» λέει αργά.
Στενάζει και δακρύζει κι ύστερα:
«βόηθα Παναγιά» με πόνο μουρμουρίζει.
Περνά η ώρα… Σκέπτεται… και αποσταμένος γέρνει.
Κι εκεί στην πέτρα η κούραση
ύπνο κλεφτό του φέρνει.

Και τότε βλέπει το όραμα…
Μεσ’ απ’ την εκκλησιά προβαίνει
Εκείνη ολόφωτη με άσπρη φορεσιά.
Γαλήνιο το βλέμμα της μαζί και αυστηρόΚαι πάει κοντά στο γέροντα με βήμα σταθερό
– Ε, γέρο, λέει με ήρεμη κι αγγελική φωνή,
κρίμα βαρύ τη μοίρα άνδρας να θρηνεί.
Δεν είσαι συ για να θρηνείς. Σήκω λοιπόν και τράβα.
Κι ας γίνει ο νους σου αστραπή και η ψυχή σου λάβα.
Μέγας αγώνας σε καλεί. Εμπρός λοιπόν, προχώρα!
Και στο πλευρό σου θα σταθεί ένας λαός, μια χώρα.

Σαστίζει ο Γέρος, με στηλά στα μάτια την κοιτάζει
και μες σε θάμπος ιερό «ποια είσαι», τη ρωτά.
«Τι θες να μάθεις;» τ’ απαντά με λόγια ξεκομμένα.«Πες με αν θέλεις Παναγιά, πες με Αθηνά παρθένα.
Είμαι το πνεύμα της φυλής από χιλιάδες χρόνια,
που δεν αντέχει πια να ζει στη μαύρη καταφρόνια.
Ήλθε η ώρα γέροντα, δεν το ’νιωσες ακόμα;
Σκύψε λοιπόν και κοίταξε αυτό το αρχαίο χώμα
που η άνοιξη το ευώδιασε. Σκύψε να δεις καθάρια
της Λευτεριάς που έρχεται τα φτερωμένα αχνάρια.
Θα ’πρεπε τώρα από πολύ καιρό να έχεις μάθει
πως τη βοήθεια που θες και τη ζητάς με πόνο μέσα σου μόνο θα τη βρεις στην πίστη σου και μόνο.
Έτσι ’ναι Γέρο η Λευτεριά. Σ’ αυτόν μονάχα ανήκει
που θα κερδίσει μονάχος με το αίμα του τη νίκη.
Αν λαχταράς τη Λευτεριά, σε άλλον μην ελπίζεις
μόνος σου παρ’ την αν μπορείς, αλλιώς δεν την αξίζεις.»

«Μόνος μου», κάνει ο γέροντας. «Για κοίταξε, κυρά μου,
μ’ εγκαταλείψαν όλοι τους, κανείς ολόγυρά μου.»

Και τότε αυτή του μίλησε με γλώσσα αρχαίου μύστη.«Κανείς δε σ’ εγκατέλειψε, αν σου ’μεινε η πίστη.
Η πίστη για το δίκιο σου, αυτή μονάχα φθάνει
Κι ολόγυρά σου σύντομα θα δεις ανθρωπομάνι.
Κοίτα μπροστά σου ολόισια, τραχύς ο δρόμος θα ’ναι
Με πέτρες που ξεσκίζουνε, μ’ αγκάθια που τρυπάνε.
Κι αυτό το δρόμο που τραβά από κορφή σε ρέμα
Θα τον χαράξεις σταθερά με της καρδιάς το αίμα.
Εμπρός! Στο χέρι το σπαθί και το σταυρό στον ώμο.
Γι’ αντάμωμα της λευτεριάς δεν έχει άλλο δρόμο.»
«Και πώς θ’ αντέξω, τη ρωτά, στο διάβα τέτοιου δρόμου;
Δεν έχω άνθρωπο κοντά, μονάχα τ’ άλογό μου.»
«Σου φθάνει τ’ άλογο, μ’ αυτό θ’ αρχίσεις την πορεία
Μ’ αυτό θα φθάσεις και μ’ αυτό θα μπεις στην ιστορία.»

Φρουμάζει τ’ άλογο πιο κει και ο γέροντας ξυπνάει
το χαλινάρι αρπάζει κι ευθύς καβάλα ξεκινάει.
Να τον ψηλά στο διάσελο, προς τον σκοπό του οδεύει
Κι ο ήλιος χρυσοπόρφυρος π’ αγάλια βασιλεύει
πελώρια ρίχνει τη σκιά του Γέρου στρατηλάτη
καθώς το δρόμο της τιμής δείχνει καβάλα στ’ άτι.
Έτσι και πάλι πρόβαλε ο Γέροντας μια μέρα
μπρούτζινος πάνω στ’ άλογο σ’ ελεύθερο αέρα.
Εστάθηκε πελώριος να δείχνει στους αιώνες
και στους λαούς πώς γίνονται της Λευτεριάς οι αγώνες.

E. Κουτλίδη