Ορέστης

Ορέστης, ο μεγάθυμος και του Πυλάδη φίλος,
Ελλάδα πίσω άφησε και στη Ταυρίδα πήγε,
γυρεύοντας την αδερφή, τη δύσμοιρη παρθένα!

Κακός της Μοίρας έπεσε κλήρος στην κεφαλή της,
θύμα εξιλαστήριο της πατρικής κατάρας
έγινε, δίχως δισταγμό, στον κόλπο της Αυλίδας.

Βαριά του Αγαμέμνονα καρδιά, μεγάλος πόνος,
την κόρη του σαν προσφορά προς τη Θεά θα φέρει,
από το κρίμα να πλυθεί και καθαρός να γίνει.

Λάμπει της Ιφιγένειας το πρόσωπο σαν ήλιος,
που βγαίνει στην Ανατολή το Θεριστή το μήνα,
άσπιλο και θαυμάσιο της παρθενίας κάλλος!

Αρτέμιδος καλής καρδιά συμπόνια πια γεμάτη,
σαν αδελφή θα αισθανθεί του Βασιλιά την κόρη,
απ’ το βωμό την έσχατη στιγμή θα την αρπάξει!

Καθώς Διός μέγας αετός αρπάζει το ψιμάρι,
και θα την πάει σε ναό της Ταυρικής της χώρας,
ιέρειά της να γενεί, να την υπηρετήσει.

Της φύσης θείες καλλονές δε μπόρεσαν ακόμα
άξεστα ήθη άγριων ανθρώπων να μερέψουν,
σκληροί και καν φιλόξενοι σε ξεπεσμένους ξένους.

Όποιον συλλάβουν ζωντανό προς τη Θεά θυσία
προσφέρουν μ’ άγριους χορούς και με κραυγές πολέμου,
πιστεύοντας πως θα χαρεί Άρτεμις Ταυροπόλος!

Εκεί δεμένους φέρανε, μιαν αποφράδα μέρα,
Ορέστη και το φίλο του, τον πιστικό Πυλάδη,
σαν ιερεία διαλεχτά, Έλληνες δυο λεβέντες.

Ιέρειας βαρύτατο και ζοφερό καθήκον,
θα προτιμούσε γι’ άνδρα της από τους δυο τον ένα,
παρά τα δίδυμα μαζί στο Χάρο να τα δώσει!

Ξύλα πολλά για την πυρά οι γηγενείς συλλέξαν,
ιέρεια την δέηση προς την Θεά προσφέρει,
και του Ορέστη μια φωνή πιο πικραμένη βγαίνει.

«Ανάθεμα την τύχη μας φίλε καλέ, Πυλάδη!
Ήταν γραφτό κι αγύριστο κι οι δυο μας να χαθούμε,
σαν αδελφή κακόμοιρη στον κόλπο της Αυλίδας!»

Ιέρειας, στο άκουσμα της τραγικής της λέξης,
ανάμνηση ξεπήδησε στο νου της, σαν ελάφι,
και τον Ορέστη έσφιξε σφιχτά στην αγκαλιά της.

Τ’ άλογα καβαλίκεψαν και στην πατρίδα πήγαν.
Έλληνες άλλοι πιο πολλοί θα φτάσουν στην Ταυρίδα,
και θα την κάμουν καθαρό κομμάτι της Ελλάδας!

Χ. Κ. Ε.