Αγάπη

Λαμπρή

Μέρα λαμπρή, μέρα χρυσή, μέρα χαριτωμένη,
γεμάτη λιβανίσματα, καπνούς και κρασοπότια!
Οι θύμησες ξυπνήσανε και κίνησαν να πάνε,
σαν τις κοπέλες για νερό με τα σταμνιά στον ώμο!

Σούβλες γυρίζουν γρήγορα, ψήνονται τα μανάρια.
Πρώτα θα βγουν συκωταριές από γερή μια θράκα,
με κλήματα κι αγριελιές είναι καλοθρεμμένη,
σα βοσκοπούλα του βουνού, τη ροδομαγουλούσα!

Κρασί θα ρίξουν κόκκινο στα βαθουλά ποτήρια,
«Χριστός Ανέστη» ν’ ακουστεί από πολλών τα χείλια.
Βιολιά θα παίζουν κι όργανα, μα πιο καλά απ’ όλα
θ’ ακούγεται περήφανο του Γιώργη το κλαρίνο.

Κι όταν θα φάνε και θα πιουν, θα βγουν να σεργιανίσουν,
αργά τ’ απομεσήμερο, για την καλή Αγάπη.
Στο μεσοχώρι, στο πλατύ τ’ αλώνι του Αϊ- Γιώργη,
κάτω από τον πλάτανο, τον μέγα της πλατείας,

καλός χορός θενά στηθεί με μορφονιές και νέους,
το έθιμο να κρατηθεί, πατροπαραδομένο.
Πρώτος θα σέρνει το χορό της Γιάνναινας ο Κώστας
και θα χτυπάει το πόδι του, σαν το σκληρό χταπόδι!

Όπως το χτύπαγε κι αυτός στα χρόνια τα καλά του,
που πέρασαν σαν αστραπή, σαν υπνοφαντασιά του!
Του γερο-Γιάννη θύμησες ζωντάνευαν σα σπίθες,
που τις φυσάει άνεμος και τις αναπυρώνει.

Κι αναθυμάται τα παλιά, τη σούβλα του γυρίζει
προσεχτικά, με μαστοριά να μην καεί τ’ αρνί του.
Τα μάτια του βουρκώνουνε κι οι μνήμες φτερουγάνε,
σαν του γιαλού γλαρόπουλα και του βουνού πετρίτες!

Μνήμη

Σα να ’ταν χτες του φάνηκε! Ήταν κι αυτός λεβέντης
κι έσερνε πρώτος το χορό και «την ιτιά» στον τόπο!
Κι οι μαυρομάτες να κοιτάν, να κρυφαναστενάζουν,
«ποια θα τον κάμει να την δει και να την αγαπήσει;»

Ποια θα ’ναι η πιο τυχερή, το Γιάννη που θα πάρει,
καμπανοφρύδη κι αψηλό, με λιοψημένο δέρμα.
Έχει τα μάτια σαν ελιά, σαν του αετού το βλέμμα,
και πέσαν στη νεότερη, σα να ’ταν περιστέρα!

Της κόρης τ’ άσπρο πρόσωπο κοκκίνισε σαν ήλιος,
σαν το αυγό της Πασχαλιάς, σαν Μάη παπαρούνα,
ως νόγησε το βλέμμα του να την διαπερνάει.
Έσφαζε την καρδούλα της, σαν της Λαμπρής τ’ αρνάκι!

Και με το νου της έλεγε, χωρίς μιλιά να βγάζει,
μην την ακούσουν παρακεί και τ’ όνομα της βγάλουν:
«Πάρε με, Γιάννη, πάρε με, έρωτας θα με φάει,
πώς τρώει το μικρό τ’ αρνί ο πεινασμένος λύκος!

Πάρε με για να φύγουμε, κλέψε με για να πάμε
σ’ άλλο χωριό, να στήσουμε δικό μας καλυβάκι!
Θ’ αφήσω πίσω γονικά, τ’ αδέρφια τα δικά μου,
και η ζωή μου θα δεθεί κόμπος με τη δική σου!»

Καλά το νου της διάβασε, σαν ανοιχτό βιβλίο,
ο Γιάννος ο καλόγνωμος, το τίμιο παλικάρι.
Την πήρε και τη σπίτωσε, την έκαμε γυναίκα.
Βάλανε μια σειρά καλή, σαν το νερό στ’ αυλάκι!

Κάμαν παιδιά, μεγάλωσαν κι αυτά με τη σειρά τους,
παντρεύτηκαν και κάμανε κι άλλα παιδιά κι εγγόνια.
Και γέλασαν τα χείλη τους, χαρήκαν οι καρδιές τους.
Κυλάει κύκλος η ζωή, «ρολόι κουρντισμένο!»

Κοιτάζεις πίσω τι να δεις; Τρέχ’ η ζωή σα ρέμα,
που φούσκωσε βροχόνερο κι εκείν’ όλο κυλάει!
Δε σταματάει το νερό, δεν παύει πια να τρέχει,
σα να ’τανε καμιά γερή, στέρφα γαϊδουροπούλα!

Παίζοντας τα μικρά παιδιά, της ρίξανε στα σκέλια
μια χούφτα αλογόμυγες που πήραν από μούλα!
Και κείνη τρέχει ολημερίς, σαν την Ιώ, τη δόλια,
με τιμωρία πλήρωσε τον έρωτα του Δία!

Ζωή! Σα να ’ταν όνειρο, του φάνηκε του Γιάννη!
Σα διαβατάρικο πουλί, που δεν ξαναγυρίζει,
σα λαμπριάτικο τ’ αρνί, σαν το κρασί που πίνει,
σαν αστραπή που άστραψε, σαν κεραυνός που σβήνει!

Ευχή

Του λάκκου πέφταν οι θρακιές και το αρνί στη σούβλα
ροδοκοκκίνισε καλά, σαν της μηλιάς το μήλο.
Προτού το βγάλουν και στρωθεί πασχαλινό τραπέζι,
ένα ποτήρι, το στερνό, του λάκκου είχε μείνει.

Σήκωσε, με το χέρι του, τ’ ολόγιομο ποτήρι
κι έσταξε λίγο καταγής για τις ψυχές τις κάτω!
Το τσούγκρισε με τα παιδιά, τ’ αδέρφια και τ’ ανίψια,
κι ύστερα τα ξεστόμισε, τέτοια γλυκά δυο λόγια:

«Χριστός Ανέστη, σ’ όλους σας, μα τούτο θα το πιούμε
εις την υγεία τ’ αδερφού, που ’ναι ξενιτεμένος!
Η ξενιτιά κι ο θάνατος μια πιθαμή απέχουν!
Αυτοί που το κατάλαβαν, το μυστικό κατέχουν.

Αχ, φεύγεις γρήγορα ζωή! Αγάπη μόνο μένει,
ξενιτεμένου γυρισμό στερνή να περιμένει!
Το μέλι και τη ζάχαρη, σταφύλι, την αγάπη,
τα τέσσερα δοκίμασα, διάλεξα την αγάπη!
Να ’ταν τα νιάτα δυο φορές και τέσσερις και πέντε,
πάλι δε φτάνανε, μαθές, αγάπη να χορτάσεις!
Του χρόνου να ’μαστε καλά, να ψήσουμε και πάλι,
να φιληθούμε γκαρδιακά κι αγάπη να χαρούμε!»

Τα δάκρυα που κύλησαν σκουπίζοντας στραγγίζει
το ποτηράκι, δώρημα του θείου Διονύσου!
Να πάει μονοκοπανιά, της ξενιτιάς η πίκρα,
και στην καρδιά να θρονιαστεί «Αδερφική Αγάπη!»

Leave a Reply