Ξεπερασμένη πλέον η αντίθεση μεταξύ αριστεράς και δεξιάς

 

 

Του Κυριάκου Κατσιμάνη

Αφετηρία για την ανάλυση της σχέσης μεταξύ αριστεράς και δεξιάς στις μέρες μας αποτέλεσε το άρθρο του Ανδρέα Σταλίδη στο «Αντίβαρο»(21/3/2017) με τίτλο «Ιδεολογική ηγεμονία στα πανεπιστήμια [σε Βρετανία και Ελλάδα]»[1]. «Με έκπληξη διαβάζω», σημειώνει μεταξύ άλλων ο αρθρογράφος, «τα ευρήματα του Noah Carl, από ένα Βρεταννικό ινστιτούτο». Σύμφωνα με αυτά, «ενώ η αναλογία προτίμησης αριστερών και δεξιών κομμάτων είναι 50%-50% στην κοινωνία», στους ακαδημαϊκούς δασκάλους είναι 88 % -12%, το 2015! «Το 12% των συντηρητικών καθηγητών ήταν 18% το 1989, 29% το 1976 και 35% το 1964. Η μελέτη επιχειρεί να εξηγήσει το παράδοξο αυτό φαινόμενο» (…). Ωστόσο, οι εξηγήσεις που επιχειρούνται από την έρευνα δεν φαίνονται στον αρθρογράφο πειστικές και γι’ αυτό σημειώνει στη συνέχεια τα εξής: «Το εν λόγω εύρημα παραμένει όμως εν πολλοίς αναπάντητο. Μία από τις παρενέργειές του είναι ότι αναπαράγεται, ακριβώς επειδή συμβαίνει. Με επίπτωση στη μείωση του πλουραλισμού»(…).

Το άρθρο είναι κατά τη γνώμη μου πολύτιμο, γιατί θέτει καίρια και μάλιστα με προσφυγή στην ετυμηγορία των αριθμών ένα υπαρκτό ζήτημα που προσφέρεται για διερεύνηση.

Θεωρώ δεδομένο πως εκείνο το εντυπωσιακό 88%-12% (2015) δεν εκφράζει πλέον μια κατηγοριοποίηση των πανεπιστημιακών με τα παραδοσιακά κριτήρια, δηλαδή με βάση τον ιδεολογικοπολιτικό προσανατολισμό σε ένα καθεστώς υπαρκτού σοσιαλισμού, από το ένα μέρος, και στον λεγόμενο «Ελεύθερο Κόσμο», από το άλλο, όπως τους εννοούσαμε και τους δύο πριν από την πτώση του τείχους του Βερολίνου.

Στην εποχή μας το περιεχόμενο των εννοιών «αριστερά» και «δεξιά» έχει σε μεγάλο βαθμό τροποποιηθεί.. Αργά αλλά σταθερά, από το 1920 περίπου και μετά, ο μεταμοντερνισμός θα αντιστρατευτεί το πνεύμα της αντικειμενικότητας σχετικοποιώντας πεποιθήσεις και βάσεις αναφοράς στο χώρο των ιδεών και ειδικότερα στην τέχνη, τη θεωρία της επιστήμης, τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις και τη φιλοσοφία της ιστορίας. Εξάλλου, ο πολιτιστικός μαρξισμός της Νέας Αριστεράς θα επικεντρώσει το ενδιαφέρον του όχι πλέον στην προλεταριακή επανάσταση αλλά στην υπονόμευση και την ανατροπή της «κυρίαρχης ιδεολογίας». Και ο άκρατος φιλελευθερισμός, με τη σειρά του, θα καταστήσει σταδιακά παντοδύναμη την οικονομία της αγοράς, που κορυφώνεται στις μέρες μας με το κυρίαρχο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Ωστόσο, ο καταλύτης που επέσπευσε τις τάσεις αυτές και τις οδήγησε στην κορύφωσή τους ήταν η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού. Εξαιτίας της, η Νέα Αριστερά και ο άκρατος φιλελευθερισμός όχι μόνο δεν υιοθετούν σήμερα την παλαιά οξύτητα στην παραδοσιακή αντιπαράθεση μεταξύ «Δεξιάς» και «Αριστεράς», αλλά και πολύ συχνά τέμνονται, ­­αν δεν ταυτίζονται κιόλας σε μεγάλο βαθμό. Οι μεταξύ τους πολιτικές διαφορές εξακολουθούν ασφαλώς να υπάρχουν, αλλά —στο πεδίο τουλάχιστον των ιδεών– τα κοινά σημεία τους είναι περισσότερο σημαντικά.

Συγκεκριμένα, εξαιτίας της μετατροπής της γης σε «πλανητικό χωριό» χάρη στην τεχνολογική επανάσταση, η οικονομία της αγοράς βρίσκει ένα πεδίο απέραντο για την ελεύθερη κίνηση αγαθών, κεφαλαίων και εργατικού δυναμικού. Και ταυτόχρονα η αριστερά βλέπει να ανοίγεται μπροστά της ένα «στάδιον δόξης λαμπρόν» για την εκδίπλωση του διεθνισμού της, έστω και πολύ συχνά μεταλλαγμένου σε κοσμοπολιτισμό. Η παγκοσμιοποίηση, λοιπόν, είναι το πρώτο τεράστιο και αδιαπραγμάτευτο κεκτημένο, στο οποίο ο άκρατος φιλελευθερισμός και η Νέα Αριστερά συγκλίνουν και συναντώνται.

Το δεύτερο τεράστιο και αδιαπραγμάτευτο κεκτημένο είναι τα ιδεολογικά προτάγματα της πολιτικής ορθότητας, η οποία σφυρηλατεί την αρραγή ενότητα μεταξύ άκρατου φιλελευθερισμού και Νέας Αριστεράς — μια ενότητα που τείνει σήμερα να εξελιχτεί σε γάμου κοινωνία. Έχοντας επινοήσει μια σειρά δυσφημιστικές ετικέτες («ρατσισμός», «ξενοφοβία», «εθνικισμός», «φασισμός»…) προσφερόμενες για στοχευμένο καταγγελτικό λόγο, ο οποίος μάλιστα περιφρονεί επιδεικτικά τον προσδιορισμό της σημασίας των λέξεων και το ακριβές περιεχόμενο των εννοιών, ο άκρατος φιλελευθερισμός και η Νέα Αριστερά δεν επιτρέπουν ουσιαστικά στο ευρύτερο και «απληροφόρητο» κοινό να αντιλαμβάνεται τα πράγματα όπως αυτά υποπίπτουν στις αισθήσεις του, να κρίνει με βάση τα δεδομένα που διαθέτει και να κοινολογεί το περιεχόμενο των σκέψεών του λέγοντας τα πράγματα με το όνομά τους. Και αυτό δεν πρέπει να είναι καθόλου τυχαίο.

Ακολουθώντας τις ενορχηστρωμένες παραινέσεις των Media, το κοινό οφείλει να εκχωρήσει σε κάποια λόμπι, σε κάποιες ΜΚΟ και κυρίως σε κάποιες ελίτ «καλλιεργημένων» και «επαϊόντων» το δικαίωμα να αποφασίζουν για τους πολλούς –οι οποίοι «δεν ξέρουν»–, επειδή αυτό απαιτεί η «πρόοδος» καθώς και οι καινούργιες αξίες που αυτή συνεπάγεται. Επομένως οι πολλοί και «αδαείς» καλούνται να σκύβουν το κεφάλι και να υπακούουν… για το καλό της δημοκρατίας, βεβαίως βεβαίως. Διαφορετικά, η ρετσινιά του «λαϊκιστή» (και όχι μόνο) τους περιμένει στη γωνία… Σε τελευταία ανάλυση, το ζητούμενο είναι πλέον η διαμόρφωση ενός υδαρούς κοινωνικού πολτού αποτελούμενου, κατά περίπτωση, από πειθήνιους καταναλωτές, που θα απολαμβάνουν τα προϊόντα μιας ανάπτυξης βασισμένης σε εισαγόμενα και για το λόγο αυτό φτηνά εργατικά χέρια. Και την ίδια στιγμή, από ευεπηρέαστους εκλογικούς πελάτες, που έχουν ενδώσει στη συνθηματολογία της κατάργησης των διακρίσεων σε ένα πνεύμα «καθοδικού εξισωτισμού»…

Με αυτά, λοιπόν. τα δεδομένα –και 30 περίπου χρόνιο μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου– η παλαιάς κοπής διάκριση μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς δεν σημαίνει και πολλά πράγματα, οπότε πρέπει μάλλον να αναθεωρηθεί. Και για να έρθουμε στα καθ’ ημάς: πριν από μερικά χρόνια, ποια ήταν στ’ αλήθεια η διαφορά, για παράδειγμα, μεταξύ «αριστερών» και «δεξιών» στους λιβέλους εναντίον του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου, στους καταλόγους με υπογραφές υπέρ του σχεδίου Ανάν ή στη φλογερή συνηγορία υπέρ του βιβλίου Ιστορίας της Στ΄ Δημοτικού; Εύλογα, επομένως, θα κατέληγε κανείς στα ακόλουθα ερωτήματα:

1. Μήπως σε εκείνο το 88% συμφύρονται πρωτίστως οι «αριστεροδέξιοι» και αλληλοϋποβασταζόμενοι θιασώτες της παγκοσμιοποίησης και της πολιτικής ορθότητας, που οραματίζονται από κοινού –έστω και ξεκινώντας από διαφορετικές αφετηρίες– την «από-εθνοποίηση» των λαών και την εξάλειψη της πολιτιστικής ιδιοπροσωπίας τους, κυρίως μέσω της πολιτικής των ανοιχτών συνόρων και του μαζικού εποικισμού της Ευρώπης.; Και

2. Mήπως στο 12% θα μπορούσε τελικά να θεωρηθεί ότι συνωθούνται κατά κύριο λόγο όσοι αντιστρατεύονται τους παραπάνω σχεδιασμούς, επειδή παραμένουν ακόμη πιστοί σε ορισμένες «ανεπίκαιρες» ιδέες, όπως η ιστορική συνέχεια και η πολιτιστική κληρονομιά, καθώς και σε κάποιες «ξεπερασμένες» μορφές συλλογικότητας, όπως το έθνος, η πατρίδα, η θρησκεία και η οικογένεια;

Παραμένει βέβαια το ερώτημα πώς εξηγείται το ότι «η αναλογία προτίμησης αριστερών και δεξιών κομμάτων είναι 50%-50% στην κοινωνία, αλλά 88%-12% στους ακαδημαϊκούς δασκάλους το 2015.».– Μια πρόχειρη ερμηνεία θα μπορούσε να είναι η ακόλουθη: ενώ στην κοινωνία οι πολίτες αποφασίζουν, κατά τεκμήριο, με βάση πολιτικά προγράμματα που σχετίζονται με τη μελλοντική διαχείριση της τύχης τους, στα πανεπιστήμια η αντιπαράθεση εκδηλώνεται με όρους ελκυστικής ιδεολογικής ρητορείας, εξαιτίας της οποίας προκύπτουν μεγάλα περιθώρια για ανέξοδες συνθηματολογικές τοποθετήσεις και επιλογές