AΦΙΕΡΩΜΑ: “Τά παιδιά τῆς ΕΟΚΑ…

.

οἱ ἄλλοι ἥρωες τοῦ ’21!!

Ἡ Ρωμιοσύνη ἐν’ φυλή συνότζιαιρη τοῦ κόσμου

Κανένας δέν εὑρέθηκεν γιά νά τήν ἠξηλείψει,

κανένας, γιατί σσέπει την πού τά ’ψη ὁ Θεός μου.

Ἡ Ρωμιοσύνη ἐν’ νά χαθεῖ, ὄντας ὁ κόσμος λείψει!

(Βασίλης Μιχαηλίδης )
Τούτοι οἱ στίχοι πού θά τούς ζήλευε -ἄς μοῦ συγχωρεθεῖ ἡ ὑπερβολή-κι ὁ Σολωμός, εἶναι ἀπό τό ἀριστούργημα τοῦ ἐθνικοῦ ποιητῆ τῆς Κύπρου (καί τῆς Ἑλλάδας ὅλης), Βασίλη Μηχαηλίδη (1849-1917), πού ἔχει τίτλο « Ἡ 9η Ἰουλίου 1821 ἐν Λευκωσίᾳ ἤ τό τραούδιν τοῦ Κυπριανοῦ». Αὐτά τά ἀθάνατα καί ἀνδρεῖα λόγια βάζει ὁ ποιητής στό στόμα τοῦ ἐθνομάρτυρος ἀρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανοῦ, νά λέει στούς Τούρκους, λίγο πρίν τόν ἀπαγχονίσουν στήν Λευκωσία. Μαζί του ἀποκεφαλίζονται τρεῖς μητροπολίτες, ὁ Πάφου Χρύσανθος, ὁ Κιτίου Μελέτιος, ὁ Κυρηνείας Λαυρέντιος καί ἑκατοντάδες ἄλλοι κληρικοί, ἡγούμενοι μονῶν, προύχοντες τῆς νήσου, ὡς ἀντίποινα γιά τήν Ἐθνική Ἐπανάσταση τοῦ ’21. (Κατά τά ἄλλα -σύμφωνα μέ τούς γνωστούς διανοούμενους τοῦ συρμοῦ, ἐκκλησιομάχους- ἡ Ἐκκλησία στάθηκε ἀρνητική στόν Ἀγώνα. Ὅσοι ἀσχολοῦνται μέ τήν ἱστορία μας, γνωρίζουν ὅτι ὅλοι οἱ κατακτητές, τούς πρώτους πού κρεμοῦσαν ἦταν οἱ παπάδες. Ἐκεῖνοι γνώριζαν καί γνωρίζουν ὅτι τά λάβαρα τῆς ἀντίστασης καί τῆς ἐπανάστασης τά κρατάει, σέ τούτη τήν πατρίδα, τό τιμημένο ράσο).

Πρίν ἀπό 20 περίπου χρόνια, στήν Κύπρο, σέ κάποιο σημεῖο τῆς «νεκρῆς ζώνης» (ἐκεῖ ὅπου διχοτομεῖται τό νησί στά δύο ἐδῶ καί σαράντα χρόνια), πέφτει νεκρός ἀπό σφαῖρες ἄνανδρων Τούρκων ἕνα 26χρονο παλληκάρι, ὁ Σολωμός Σπύρου Σολωμός. Σκαρφάλωνε ἄοπλος στόν ἱστό, γιά νά κατεβάσει τό κατοχικό σύμβολο τοῦ ψεύδους καί τοῦ αἵματος: τήν «τουρκοκυπριακή σημαία». Ἐκεῖ τόν βρῆκε τό βόλι… Καί τό ἡρωικό Ἑλληνόπουλο -πού εἶχε ἴδιο καί τό ὄνομα καί τό ἐπίθετο μέ τόν ποιητή πού ἔγραψε τόν «Ὕμνο στήν Ἐλευθερία»!- πέρασε ἐλεύθερα στήν ἀθανασία!

Πῆγαν μετά ἀπό μέρες στόν πατέρα τοῦ ἥρωα, γιά νά τοῦ προσφέρουν οἰκονομική ἐνίσχυση, ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων. Ἀρνιόταν πεισματικά, ὄντας φτωχός μά περήφανος. Πείστηκε, ὅταν τοῦ εἶπαν πώς δέν ἔπρεπε νά προσβάλει τούς ἐκπροσώπους τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, γιατί ἤθελαν μόνο νά τιμήσουν τόν ἥρωα γυιό του. Μόλις πῆρε τήν ἐπιταγή, τήν κατέθεσε ἀμέσως στό Ταμεῖο Ἄμυνας τῆς Κύπρου. Ὅταν τόν ρώτησαν, γιατί τό ἔκανε, ἀπάντησε ὁ λεβεντόγερος: «Τί νόμισαν, ὅτι θά ἔτρωγα ἐγώ ἀπό τό αἷμα τοῦ παιδιοῦ μου; Φαντάζεστε νά πήγαιναν στόν Πιερῆ Αὐξεντίου μέ μίαν ἐπιταγή καί νά τοῦ ’λεγαν: “Αὐτά εἶναι γιά τή θυσία τοῦ γυιοῦ σου”; Θά τούς σκότωνε!».

Τόν Μάρτιο τοῦ 1957, οἱ Ἄγγλοι δολοφόνοι καί κατακτητές, καλοῦν τόν Πιερῆ Αὐξεντίου -τόν πατέρα τοῦ Γρηγόρη Αὐξεντίου, τοῦ θρυλικοῦ ἀητοῦ τοῦ Μαχαιρᾶ- στίς Κεντρικές Φυλακές τῆς Λευκωσίας, γιά νά ἀναγνωρίσει τόν νεκρό γυιό του. (Στίς 3 Μαρτίου μιά ὁλόκληρη ταξιαρχία πεζικοῦ τῶν Ἄγγλων -5.000 στρατιῶτες- ἐπί 10 ὁλόκληρες ὧρες ἔδωσε μάχη μέ τόν 29χρονο ὑπαρχηγό τῆς ΕΟΚΑ Γρηγόρη Αὐξεντίου. Μπροστά στό ἀλύγιστο θάρρος του, ὅταν οἱ Ἄγγλοι κατάλαβαν ὅτι δέν μποροῦσαν μέ ἄλλο τρόπο νά τόν ἐξαναγκάσουν νά παραδοθεῖ, τόν περιέλουσαν μέ βενζίνη καί τόν ἔκαψαν μέσα στό κρησφύγετό του!!). Ὁ τραγικός πατέρας ἀντικρίζει ἀγέρωχα τό ἀπανθρακωμένο λείψανο τοῦ μοναχογυιοῦ του, καί ἀπαγγέλει τούς παρακάτω αὐτοσχέδιους στίχους, πού κρύβουν στίς φυλλωσιές τους ὅλες τίς ἡρωικές σελίδες τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας:

Δέν κλαίω πού σέ ἔχασα

πού σ’ εἶχα γιά καμάρι

κλαίω πού δέν ἔχω ἄλλο γυιό

τή θέση σου νά πάρει!

Ἑξήντα χρόνια συμπληρώθηκαν φέτος ἀπό τόν ἐπικό ἐκεῖνον ἀγώνα κατά τῆς Ἀγγλοκρατίας στήν Κύπρο. 1η Ἀπριλίου τοῦ 1955. Δεκάδες ἐκρήξεις συγκλονίζουν τήν Λευκωσία, σημαίνοντας τήν ἔναρξη τοῦ ἀπελευθερωτικοῦ ἀγώνα τῆς ΕΟΚΑ ( Ἐθνική Ὀργάνωση Κυπρίων Ἀγωνιστῶν). Στήν προκήρυξη, τήν ὁποία ὑπογράφει ὁ ἀρχηγός της Διγενής (ψευδώνυμο τοῦ στρατηγοῦ Γεωργίου Γρίβα, Κυπρίου στήν καταγωγή), διαβάζουμε: «Μέ τήν βοήθειαν τοῦ Θεοῦ, μέ πίστιν εἰς τόν τίμιον ἀγῶνα μας, μέ τήν συμπαράστασιν ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνισμοῦ καί μέ τήν βοήθειαν τῶν Κυπρίων ΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝ ΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΔΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΤΙΝΑΞΙΝ ΤΟΥ ΑΓΓΛΙΚΟΥ ΖΥΓΟΥ, μέ σύνθημα ἐκεῖνο, τό ὁποῖον μᾶς κατέλιπαν οἱ πρόγονοί μας ὡς ἱεράν παρακαταθήκην: “ Ἤ ΤΑΝ Ἤ ΕΠΙ ΤΑΣ”».

Μιά χούφτα ἀπόλεμα παιδιά, τά περισσότερα ἀπό τά Κατηχητικά Σχολεῖα τῆς Κύπρου, πιάνουν τά λιανοντούφεκα καί γονατίζουν καί ἐξευτελίζουν γιά τέσσερα χρόνια τήν ὑπερφίαλη Βρεττανική Αὐτοκρατορία. Σαράντα χιλιάδες στρατό παρέταξαν οἱ Ἄγγλοι, φυλακίσεις, ἐξορίες, τρομοκρατία στό νησί… καί ὅμως ἔτρεμαν καί τήν σκιά τους!

«Νά ποῦμε ὅτι ὁ ἀγῶνας τῆς ΕΟΚΑ εἶναι ὁ ἡρωικώτερος ἀγῶνας τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας; Μποροῦμε νά τό ποῦμε. Ὁ ἡρωισμός σ’ ὅλες τίς δοξασμένες στιγμές τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας εἶναι ἕνας. Καί στούς ἄλλους λαούς ὁ ἡρωισμός εἶναι ἕνας. Ὅμως ὁ ἡρωισμός τῶν ἀγωνιστῶν τῆς ΕΟΚΑ ἔχει εἰδοποιό διαφορά, γιατί ἀποτελεῖ τή συνισταμένη ὅλων τῶν ἡρωισμῶν τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας. Ὁ ἀγῶνας τῆς ΕΟΚΑ εἶναι ὁ ἑλληνικώτερος ἀγῶνας τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας. Σέ κανένα ἄλλο ἀγῶνα δέν ἔγινε ἔμπρακτο βίωμα ὅλη ἡ ἱστορία τῆς Ἑλλάδος. Οἱ ἀγωνιστές κατακυρώνουν τήν ταυτότητά τους, πραγματοποιῶντας τήν ἑλληνική ἱστορία. Κάνουν ὅ,τι ἔκαναν οἱ Ἕλληνες. Δέν θέλουν νά παρεκκλίνουν οὔτε κατά ἰῶτα ἕν. Εἶναι Ἕλληνες οἰκουμενικοί. Ὅλα εἶναι δικά τους: τό «μολών λαβέ», τό «ἤ τάν ἤ ἐπί τᾶς», ὁ Παρθενών, ἡ ὀρθόδοξη πίστη τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ἁγία Σοφία, ὁ δικέφαλος ἀετός, ἡ ἑλληνική σημαία, ἡ ἑλληνική δάφνη, ὁ ἐθνικός ὕμνος, ὁ ἑλληνικός θάνατος». (Μενέλαος Χριστοδούλου, ΕΟΚΑ _ὁ ἑλληνικός ἀγῶνας ἐκδ. «Αἰγαῖον», Λευκωσία 2011, σελ. 23-24).

Γρηγόρης Αὐξεντίου, Κυριάκος Μάτσης, Μιχαήλ Καραολῆς, Μάρκος Δρᾶκος, Στέλιος Μαυρομάτης, Ἀνδρέας Ζάκος, Μιχαήλ Κουτσόφτας, Ἀνδρέας Παναγίδης καί ἄλλοι πολλοί ἥρωες, δικοί μας Ἕλληνες τῆς Κύπρου, πού κοσμοῦν τό Συναξάρι τοῦ Γένους.

Ὁ Μάτσης, τοῦ ὁποίου προτομή βρίσκεται μπροστά ἀπό τήν Γεωπονική Σχολή τοῦ ΑΠΘ, τῆς ὁποίας ὑπῆρξε φοιτητής, ὅταν ὁ περιβόητος ἐκεῖνος στρατάρχης τῶν Ἄγγλων καί κυβερνήτης τῆς Κύπρου, ὁ Χάρντιγκ, τοῦ πρόσφερε ἕνα ἀμύθητο ποσό γιά νά προδώσει τόν Διγενή, ἀπάντησε: «Οὐ περί χρημάτων τόν ἀγῶνα ποιούμεθα, ἀλλά περί ἀρετῆς!». Ἔπεσε μαχόμενος στίς 19 Νοεμβρίου 1958, στό κρησφύγετό του, στό Δίκωμο.

Ὁ 22χρονος Ἰάκωβος Πατάτσος, «ὁ ἅγιος τοῦ Κυπριακοῦ Ἀγώνα», γράφει γράμμα στίς 8-8-1956 στή μάνα του λίγο πρίν ὁδηγηθεῖ στήν ἀγχόνη ἀπό τούς Ἄγγλους. Ἐπιστολή πού μοσχοβολᾶ φιλοπατρία καί πίστη ἀκράδαντη στόν Χριστό. Ὅπως οἱ ἥρωες τοῦ ’21, ἔτσι καί τῆς ΕΟΚΑ ἀγωνίζονταν «γιά τοῦ Χριστοῦ τήν πίστη τήν ἁγία καί τῆς πατρίδος τήν ἐλευθερία».

«Ἀγαπημένη μου μητέρα,

Χαῖρε!Εὑρίσκομαι μεταξύ ἀγγέλων. Τώρα ἀπολαμβάνω τούς κόπους μου. Τό πνεῦμα μου φτερουγίζει γύρω ἀπό τόν θρόνον τοῦ Κυρίου. Θέλω νά χαίρης ὅπως κι ἐγώ. Ἄν κλαίης θά λυποῦμαι. Τ’ ὄνομά σου θά γραφῆ στήν ἱστορία, γιατί ἐδέχθης νά θυσιασθῆ τό παιδί σου γιά τήν Πατρίδα. Εἶναι καιρός τώρα νά καμαρώσης τό παιδί σου. Εὑρίσκεται ἐκεῖ ψηλά ὅπου ψάλλουν οἱ ἄγγελοι.

Χαῖρε, ἀγαπημένη μου μητέρα. Μή κλαίης, γιά ν̓ ἀκούσης τήν ἀγγελική φωνή μου, πού ψάλλει Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος Κύριος Σαβαώθ. Ψάλλε καί σύ μαζί μου. Ψάλλε, προσεύχου, δόξαζε τόν Θεόν σ’ ὅλην σου τήν ζωήν» (Σπύρου Παπαγεωργίου, Διά χειρός ἡρώων, ἐκδ. Κ. Ἐπιφανίου», Λευκωσία 1968, σελ. 213).

Τόν Ἀνδρέα Παναγίδη, 23 χρονῶν, πατέρα τριῶν παιδιῶν, τόν κρέμασαν οἱ Ἄγγλοι στίς 21 Σεπτεμβρίου 1956. Γράφει στό τελευταῖο γράμμα του πρός τά παιδιά του:

«Σᾶς εὔχομαι, ἀγαπημένα μου παιδιά, νά γίνετε καλοί Χριστιανοί καί καλοί Ἕλληνες Κύπριοι. Ἀκολουθῆστε πάντα τό δρόμο τῆς ἀρετῆς». Τήν προηγούμενη τῆς ἐκτέλεσής του γράφει:

«Τώρα πού ξέρω ὅτι σέ μιά μέρα θ’ἀντικρίσω τήν ἀγχόνη, ἔχω διπλάσιο θάρρος ἀπό πρίν. Ὁ Χριστός εἶναι πάντα συντροφιά στά κελλιά μας. Ὁ Χριστός μᾶς γεμίζει τήν καρδιά μέ ἀληθινή χαρά. Παρακαλοῦμε τόν Θεό νά μᾶς σώσει ὄχι τό σῶμα, ἀλλά τήν ψυχή». (Διά χειρός ἡρώων, σελ. 220-221).

Ὅσοι θέλουν νά μάθουν τί εἶναι ἡρωισμός, ἀγάπη ἀληθινή γιά τήν Ἑλλάδα καί πίστη «ἄχρι θανάτου» πρός τόν Χριστό, ἄς διαβάσουν τίς ἐπιστολές τῶν 13 ἡρωομαρτύρων πού εἶναι θαμμένοι στήν καρδιά τῆς Κύπρου, στά «Φυλακισμένα Μνήματα». Ἦταν κατά τήν διάρκεια τοῦ Ἀγῶνα ἕνα μικρό κοιμητήριο στίς Κεντρικές Φυλακές τῆς Λευκωσίας, ὅπου ἔθαβαν τά ἀπαγχονισμένα παλληκάρια καί τίς ἡγετικές μορφές τῆς Ἐθνικῆς Ὀργάνωσης Κυπρίων Ἀγωνιστῶν πού σκοτώνονταν σέ μάχες. Ἐκεῖ οἱ Ἄγγλοι κατακτητές βασάνιζαν ἀπάνθρωπα, μέ τήν βοήθεια Τούρκων δημίων, τούς «τρομοκράτες τῆς ΕΟΚΑ» -ὅπως ἀκόμη μέχρι σήμερα τούς ἀποκαλοῦν, οἱ ἀμετανόητοι ἀποικιοκράτες. Διαβάζω:

«Στό κελλί ὁ κρατούμενος, πού τόν πηγαινοέφερναν στόν θάλαμο βασανιστηρίων, παρακαλοῦσε τούς συντρόφους του νά τόν σκοτώσουν. “Δέν θά ἀντέξω ἄλλο στά βασανιστήρια καί θά προδώσω”, τούς ἔλεγε. Ἐκεῖνοι τοῦ εἶπαν: “Θά σέ πάρουν ἀκόμη μιά φορά καί τώρα θά εἶναι τά μεγάλα βασανιστήρια. Ἄν ἀντέξῃς, θά εἶσαι ἥρωας, ἄν λυγίσῃς, θά εἶσαι προδότης. Οἱ Ἕλληνες βασανίζονταν ἀπό τούς Γερμανούς καί ἄντεχαν. Πήγαινε καί θά προσευχόμαστε γιά σένα”. Ὅταν ἔπειτα ἀπό ὥρα τόν ἔφεραν πίσω καί τόν πέταξαν στό κελλί, ξεδοντιασμένο, ξενυχιασμένο, τσουρουφλισμένο, σήκωσε τό κεφάλι καί τραύλισε: “Εἶμαι ἥρωας, εἶμαι ἥρωας!”» (ΕΟΚΑ _-ησε ὡς ἔφεδρος ἀξιωματικός τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ καί στό χωριό Ἀκρίτας τοῦ Κιλκίς γύρω στό 1952. Προσπάθησε νά μπεῖ στή σχολή Εὐελπίδων, ἀλλά ἀπορρίφθηκε λόγῳ…ὀρθογραφίας! Δέν γνώριζε τήν καθαρεύουσα γλῶσσα. Ἤξερε ἄλλη γλῶσσα… Δέν φωτίζει μέ τόν λόγο του, ἀλλά μέ τό κορμί του. Δέν λέει λόγια ἐμπρηστικά, γίνεται ὁ ἴδιος λαμπάδα. «Βγές ἔξω, παραδώσου νά σωθεῖς», τοῦ φώναζαν 5.000 Ἄγγλοι ἔξω ἀπό τό κρησφύγετό του κοντά στή Μονή Μαχαιρᾶ. «Μολών λαβέ» ἀποκρινόταν. Τόν ἔκαψαν καί ἔγινε ὁλοκαύτωμα. Καί πῆρε ὁ ἀντρειωμένος τόν δρόμο πρός τήν λευτεριά.

Θά πάρω μιάν ἀνηφοριά

θά πάρω σκαλοπάτια

νά βρῶ τά μονοπάτια

ποῦ πᾶν στή λευτεριά

Εἶναι στίχοι τοῦ Εὐαγόρα Παλληκαρίδη, τοῦ 19χρονου μαθητῆ τοῦ Ἑλληνικοῦ Γυμνασίου τῆς Πάφου, τόν ὁποῖο κρέμασαν οἱ Ἄγγλοι στίς 14 Μαρτίου τοῦ 1957.

Στό ἄκουσμα τοῦ θανάτου, τῆς δολοφονίας τοῦ Εὐαγόρα Παλληκαρίδη, ὁ σπουδαῖος Δωδεκανήσιος λογοτέχνης Φώτης Βαρέλης, ἔγραψε ἕνα ἐξαίσιο ποίημα, τό ὁποῖο ὁ ραδιοσταθμός τῆς Λευκωσίας τό μετέδωσε τότε ὡς δημοτικό κυπριακό τραγούδι. Τό παραθέτω, ἀλλά πρῶτα νά σημειώσω τήν ἀπάντηση τῆς μάνας του, ὅταν πῆγαν οἱ Ἄγγλοι νά τήν δελεάσουν μ’ ἕνα τεράστιο ποσό, γιά νά πιέσει τόν γυιό της νά προδώσει. Ἀπάντησε ἀγέρωχα ἡ Ρωμιά, Ἑλληνίδα μάνα:

Ἐγώ δέν ἐγέννησα παιδί νά τό λαλοῦν προδότη

χαλάλι τῆς πατρίδας μου τό αἷμα τοῦ παιδιοῦ μου.

Ἐψές πουρνό μεσάνυχτα στῆς φυλακῆς τή μάντρα

μές στῆς κρεμάλας τή θελιά σπαρτάραγε ὁ Βαγόρας.

Σπαρτάρησε,ξεψύχησε, δέν τ̓ ἄκουσε κανένας. ­

Ἡ μάνα του ἦταν μακριά, ὁ κύρης του δεμένος,

οἱ νιοί συμμαθητάδες του μαῦρο ὄνειρο δέν εἶδαν,

ἡ νιά πού τόν ὁρμήνευε δέν εἶχε νυχτοπούλι.

Ἐψές πουρνό μεσάνυχτα θάψαν τόν Εὐαγόρα.

Σήμερα Σάββατο ταχιά ὅλη ἡ ζωή σάν πρῶτα.

Ἐτοῦτος πάει στό μαγαζί, ἐκεῖνος πάει στόν κάμπο,

ψηλώνει ὁ χτίστης ἐκκλησιά, πανί ἁπλώνει ὁ ναύτης,

καί στό σκολειόν ὁ μαθητής συλλογισμένος πάει.

Χτυπᾶ κουδούνι, μπαίνουνε στήν τάξη του ὁ καθένας.

Μπαίνει κι ἡ Πρώτη ἡ ἄταχτη κι ἡ Τρίτη πού διαβάζει,

μπαίνει κι ἡ Πέμπτη ἀμίλητη, ἡ τάξη τοῦ Εὐαγόρα.

–Παρόντες ὅλοι;

–Κύριε, ὁ Εὐαγόρας λείπει.

–Παρόντες, λέει ὁ δάσκαλος· καί μέ φωνή πού τρέμει:

–Σήκω, Εὐαγόρα, νά μᾶς πεῖς ἑλληνική ἱστορία.

Ὁ δίπλα, ὁ πίσω, ὁ μπροστά, βουβοί καί δακρυσμένοι,

ἀναρωτιοῦνται στήν ἀρχή, ὥσπου ἡ σιωπή τούς κάμνει

νά πέσουν μ’ ἀναφιλητά ἐτοῦτοι κι ὅλη ἡ τάξη.

–Παλληκαρίδη, ἄριστα, Βαγόρα, πάντα πρῶτος,

στούς πρώτους πρῶτος, ἄγγελε πατρίδας δοξασμένης,

σύ μέχρι χθές τῆς μάνας σου ἐλπίδα κι ἀποκούμπι,

καί τοῦ σχολειοῦ μας σήμερα, Δευτέρα Παρουσία.

Τά ̓πε κι ἁπλώθηκε σιωπή πά̓ στά κλαμμένα νιάτα,

πού μπρούμυτα γεμίζανε τῆς τάξης τά θρανία,

ἔξω ἀπ’ ἐκεῖνο τ’ ἀδειανό, παντοτινά γεμάτο.

Αὐτό τό ἀριστούργημα περιεχόταν στό παλιό -πρό τοῦ 2006- βιβλίο Γλώσσας τῆς Στ΄ Δημοτικοῦ, στό γ΄ τεῦχος. Δέν ἄρεσε στά κνώδαλα τοῦ πολυπολιτισμοῦ, στούς προσκυνημένους νενέκους-τοῦ Παιδαγωγικοῦ Ἰνστιτούτου, τό ἔκριναν προφανῶς ὡς ἐθνικιστικό! Γιά ἥρωες θά μιλᾶμε τώρα; Αὐτά εἶναι παρωχημένα, στερεότυπα. Αἵματα, κόκκαλα καί θάνατοι γιά τήν Πατρίδα, τρομάζουν τά παιδιά -ἔτσι μοῦ εἶπε κάποιος ἀνεπρόκοπος κάποτε, ὅταν ἀντίκρισε τά καμμιά 15αριά κάδρα ἡρώων πού ἔχω ἀναρτημένα πάντοτε στήν τάξη μου! Ἐνῶ οἱ «συνταγές μαγειρικῆς» τά γαληνεύουν. Καί καταντήσαμε νά διδάσκουμε στήν Στ΄Δημοτικοῦ τόν ἡρωισμό μέσῳ ἑνός κειμένου μέ τίτλο «ἡ… Σόνια ἡ γάτα»!

Ἄχ, δυστυχισμένη πατρίδα! «Τήν Ἑλλάδα θέλομεν κι ἄς τρώγωμεν πέτρες», ἔγραφε κάποτε στούς τοίχους τῶν σπιτιῶν ἡ ἀδάμαστη ἐκείνη γενιά τῶν Ἑλλήνων τῆς Κύπρου. Σήμερα «τρώγωμεν» τήν Ἑλλάδα… «δειλοί, μοιραῖοι κι ἄβουλοι ἀντάμα» (Κ. Βαρνάλης), παρακολουθοῦμε τόν ἐξισλαμισμό της!! Τζαμιά στήν Ἀθήνα, Ἰσλαμικές Σπουδές στήν Θεολογική Σχολή τοῦ ΑΠΘ, ὀρδές μουσουλμάνων λαθρομεταναστῶν σ’ ὅλη τήν Ἑλλάδα, γιατί ἔτσι ἀποφάσισε ὅλο αὐτό τό νεοταξικό συνονθύλευμα πού μᾶς κυβερνᾶ. Ἀκυρώθηκε πιά ἡ Ἐπανάσταση τοῦ ’21!!

Νά πᾶμε ὅλοι μας στούς τάφους τῶν ἡρώων μας, νά κλάψουμε πικρά καί νά βροντοφωνάξουμε:

«Σήκω Εὐαγόρα, σήκω Γρηγόρη, σήκω Παῦλε, σήκω Μάρκο καί Κωνσταντῖνε καί Νικηφόρε καί Λεωνίδα, νά μᾶς πεῖτε ἑλληνική ἱστορία…». Και πρός τους Τούρκους εισβολείς τους ωραίους στίχους του Κ. Μόντη: ”

“Κι αυτή η σελήνη η ματωμένη και μισή / που μας την κουβαλήσατε! / Αλήθεια πέστε μου μετρήσατε / πόσοι άλλοι πέρασαν από το νησί / πριν από εσάς πανίσχυροι κ’ επιφανείς / κι ούτε δείγμα καν δεν έμεινε κανείς;”.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε το 2015 στο περιοδικό “ΑΦΥΠΝΙΣΗ” της Ι.Μ. Οσίου Νικοδήμου, Πάικου Κιλκίς

Δημήτρης Νατσιός

δάσκαλος-θεολόγος

Κιλκίς