Ta akritika nisia

η ψυχή της Ελλάδας και του Ελληνισμού

 

Από: Ομότιμο καθηγητή Ιωάννη Ν. Χατζόπουλο
© Copyright Ιωάννης Ν. Χατζόπουλος All rights reserved

Το Αιγαίο και τα Ελληνικά νησιά είναι η κοιτίδα του πολιτισμού για τον άνθρωπο, γιατί εκεί γεννήθηκε ο πολιτισμός και εκεί ο άνθρωπος εξημερώθηκε και από την ημιάγρια και βάρβαρη κατάσταση που βρισκόταν, έγινε άνθρωπος με πνευματικά χαρίσματα.

Όταν πρωτοείδα το φως ήταν σε ένα ορεινό χωριό στην Κωμιακή (Κορωνίδα σήμερα) της Νάξου σε 650 μέτρα υψόμετρο. Το υπνοδωμάτιο που με γέννησε η Μάννα μου είχε ένα παράθυρο φάτσα στην Ανατολή και με το που έβγαινε ο ήλιος από το Πέλαγο, το φως του πλημμύριζε το δωμάτιο. Έχω γυρίσει σχεδόν όλο τον κόσμο και δεν έχω δει τέτοιο φως τόσο λαμπερό και τόσο πράο πουθενά. Αυτό το φως δημιουργεί μια αέναη φλόγα στην καρδιά των νησιωτών για την ενάρετη προσφορά και δράση τους. Τρεις μήνες πριν πεθάνει η Μητέρα μου, στα 84 της, ετοίμασε από τη Νάξο, όπου έμενε μαζί με τον Πατέρα μου, ένα αποδοσίδι για καθένα από τα πέντε παιδιά. Αποδοσίδι είναι ένα δέμα με δώρα. Το αποδοσίδι αυτό περιείχε: ρακί, πετιμέζι, μουσταλευριά, ξερά σύκα, σταφίδες, ρόδια και πορτοκάλια, ο πολιτισμός των νησιωτών και η φλόγα της δημιουργίας τους παρακινεί να παράγουν και να προσφέρουν μέχρι την τελευταία στιγμή της ζωής τους. Για ένα πράγμα οι γονείς μου ήταν υπερήφανοι ότι τα παιδιά τους ήταν εργατικά και τίμια και ότι έκαναν πρόοδο στη ζωή τους στηρίζοντας οικογένειες με πολλά παιδιά, είχαν 15 εγγόνια.

Το πιο σημαντικό στην παιδεία των νησιωτών είναι η εναρμόνιση με τη φύση και υπό αυτή την έννοια σαν παιδιά μεγαλώσαμε χωρίς πλαστικά παιχνίδια γιατί το παιγνίδι μας συνδύαζε εργασία προσφορά και δημιουργία σε ένα άριστο φυσικό περιβάλλον με απέραντη ποικιλότητα και ένα κοινωνικό περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από την καλοσύνη των κατοίκων, την ποικιλότητα πολιτιστικών εκδηλώσεων με βάση την ορθόδοξη παράδοση και γενικά τις παραδοσιακές αξίες του Ελληνισμού. Θα ήμουν τεσσάρων ετών όταν κούναγα στην κούνια το μικρότερο μου αδελφό (τρία χρόνια διαφορά είχαμε) και επειδή δεν τον έπαιρνε ο ύπνος του ζήτησα να κλείσει τα μάτια και έτσι αποκοιμήθηκε, την επόμενη όμως φορά που τον κούναγα και του ζήτησα να κάνει το ίδιο με κανένα τρόπο δεν τον έπαιρνε ο ύπνος, είχε το μάτι «γαρίδα». Η εργασία από μικρά παιδιά που ξεκινούσε από το ντάντεμα, μαγειρική, καθαριότητα, στο μπακάλη για ψώνια και έφθανε στη σπορά, πότισμα, σκάλισμα και ξεχορτάριασμα στον αγρό με ποικίλες άλλες ασχολίες όπως συνέβαινε το χειμώνα με το ξάσιμο του μαλιού για να γίνει κλωστή με τον άδραχτο και τη ρόκα της μαμάς και μετά πλέξιμο για να γίνει σκουφί, πουλόβερ, κάλτσες και στον αργαλειό ύφασμα, το ξεφλούδισμα στα κουκιά και τα φασόλια, το διάλεγμα του σιταριού από πέτρες και τη νήρα (άγρια μορφή σιταριού) και πολλές άλλες ασχολίες. Σχετικά με την καθαριότητα, κάθε πρωί στην αυλή του σπιτιού μας που ήταν και ο κεντρικός δρόμος έκαναν παρέλαση σχεδόν όλα τα ζωντανά του χωριού, γίδες, γάϊδαροι, μουλάρια, πρόβατα, βόδια, κλπ. Πολλά από τα ζωντανά καθώς περνούσαν άφηναν και τη λάτρα τους (εκκενώσεις) κάτι που για εμάς ήταν ένα κεφάλαιο σαν κοπριά, έπρεπε λοιπόν και για λόγους καθαριότητας αλλά και για λόγους λίπανσης του αγρού το πολύτιμο αυτό υλικό να καθαρισθεί από την αυλή και να πάει στο στάβλο που ήταν το κέντρο ανακύκλωσης. Το πρώτο μάθημα μαγειρικής ήταν βραστές πατάτες και μετά βραστά αυγά, μετά τηγανητά αυγά και πάει λέγοντας. Μεγάλωσα με τρεις γίδες και ένα μουλάρι. Το δημοτικό σχολείο του χωριού ήταν τετραθέσιο και κάναμε μάθημα πρωί απόγευμα. Έπρεπε να σηκωθώ πολύ πρωί να πάρω τις τρεις γίδες από το στάβλο να τις οδηγήσω από ένα κατσικόδρομο στα βουνά μισή ώρα δρόμο μέχρι το περιφραγμένο κτήμα που είχαμε και να επιστρέψω για να πάω στο σχολείο. Μετά το απογευματινό σχολείο έπρεπε να υπάγω στον αγρό να πάρω τις τρεις γίδες και να τις φέρω στο χωριό, όπου τις έβαζα στο στάβλο και αφού τις άρμεγα και τους έβαζα φαγητό που ήταν πατατόφλουδες και απομεινάρια από το φαγητό μας τις άφηνα μέχρι την επόμενη μέρα. Ο Πατέρας μου ερχόταν κάθε βράδυ από το κτήμα λίγο πριν σκοτεινιάσει η μέρα και όταν ξεφόρτωνε το μουλάρι έπρεπε να το παραλάβω, να το οδηγήσω στο στάβλο, όπου του έβγαζα το σαμάρι και μετά το ίππευα για να περάσω από τον κεντρικό δρόμο του χωριού σχεδόν καλπάζοντας, να το οδηγήσω λίγο έξω από το χωριό, όπου ήταν η βρύση και να το ποτίσω, έπειτα πίσω στο στάβλο καλπάζοντας μέσα από τα στενά του χωριού. Στη συνέχεια έπρεπε να ανέβω στον επάνω όροφο από το στάβλο που ήταν ο αχυρώνας να γεμίσω ένα τσουβάλι άχυρα και να του τα ρίξω για φαγητό. Η ανάβαση στον αχυρώνα ήταν περιπετειώδης γιατί έπρεπε να ανέβω μια πέτρινη υπαίθρια σκάλα χωρία κάγκελα, η κορυφή της σκάλας με το μπαλκόνι του αχυρώνα επικοινωνούσε με δύο μαδέρια χωρίς κάγκελα που έτριζαν όταν περνούσα, στη συνέχεια έφθανα στο μπαλκόνι του αχυρώνα που ήταν στενό και αυτό χωρίς κάγκελα και εκεί ήταν το δύσκολο μέρος της επιχείρησης, έπρεπε να σκαρφαλώσω στο πορτέλο της πόρτας του αχυρώνα και σκαρφαλωμένος εκεί να βάλω ένα τεράστιο κλειδί από μασίφ ατσάλι και να ανοίξω την κλειδωνιά, η οποία άνοιγε με ανάποδη περιστροφή του κλειδιού, που πολλές φορές το ξέχναγα και έκανα πολλή ώρα σκαρφαλωμένος μέχρι να ανοίξει το πορτέλο και στη συνέχεια η αμπάρα της πόρτας. Η πόρτα είχε δύο φύλλα, το ένα μόνιμα στερεωμένο και το άλλο φύλλο διαιρεμένο σε δύο μέρη το πάνω που ήταν το πορτέλο και είχε την κλειδαριά και το κάτω που είχε την αμπάρα. Μια φορά ανοίγοντας τον αχυρώνα αντίκρυσα υπό το φως του φεγγαριού ένα καταπληκτικό θέαμα. Μια γάτα με τέσσερα γατάκια είχαν στη μέση ένα ποντικό και τον έτρωγαν με ήρεμο τρόπο σαν μια ευτυχισμένη οικογένεια. Σε ηλικία 11 ετών όργωνα με το μουλάρι και αυτό μου έδινε την αυτοπεποίθηση ότι μπορώ να τα βγάλω πέρα στη ζωή διότι το όργωμα είχε το υψηλότερο μεροκάματο στο χωριό.

Όταν τελείωσα το δημοτικό σχολείο με απολυτήριο επτά (7), όλοι με αποθάρρυναν να μην δώσω εξετάσεις για το γυμνάσιο, όμως πίστευα στις δυνάμεις μου και έδωσα εξετάσεις. Από τα περίπου 10 παιδιά που δώσαμε εξετάσεις περάσαμε εγώ και ένα άλλο παιδί.

Κλείνοντας θα αφιερώσω δύο αποσπάσματα από αυτά που έγραψα στη μνήμη των γονιών μου:
Στη μνήμη της Μητέρας μου Δέσποινας Αλιμπέρτη Χατζοπούλου.
Ήταν δυο η ώρα το πρωί, έτσι λέγανε τάστρα, όταν τα φρέσκα φασολάκια φορτωμένα στο μουλάρι ξεκινούσαν για τη χώρα. Είχες κάνει όλες τις ετοιμασίες: το πρωινό ρόφημα, το ζώο περιποιημένο, ο ντουράς γεμάτος ψωμί, ελιές, τυρί και κρασί για το δρόμο, ο αγωγιάτης θα ένοιωθε άνετα για το εφτά ώρες ταξίδι με τα πόδια.

Ήσουν πάντα στην πρώτη γραμμή του ποιοτικά ανώτερου αγώνα για την αξιοπρεπή επιβίωση: κάθε μέρα μαγείρευες παλεύοντας με τα ξύλα και τη φωτιά στο τζάκι που κάπνιζε μέσα και όξω από το σπίτι να μη λείψει το φρέσκο φαγητό από τα πέντε παιδιά που μεγάλωνες και από τον καλό σου σύζυγο. Την Παρασκευή το βράδυ έκανες το προζύμη και το Σάββατο ζύμωνες το ψωμί για όλη την εβδομάδα, κάθε μέρα κουβαλούσες στον ώμο μια και δυο φορές με τη στάμνα νερό από τη βρύση. Το Σάββατο βράδυ μας έλουζες με το νερό που ζέσταινες στη κατσαρόλα, την Κυριακή το πρωί θα πηγαίναμε στην εκκλησία και έπρεπε να είμαστε καθαροί. Μια φορά την εβδομάδα έπλενες τα ρούχα μας στο ποτάμι ακόμα και τις κρύες μέρες που τα νερά πάγωναν και έκανες και την μπουγάδα και σιδέρωνες με τα κάρβουνα όλα τα εσώρουχα για να μην έχουν μικρόβια όταν τα φοράμε. Το χειμώνα καθάριζες το γέννημα από τη νήρα και τις πέτρες, ξεφλούδιζες τα κουκιά και τα φασόλια, έξαινες το μαλλί και με τη λανάρα το ετοίμαζες για τη ρόκα απόπου με τον άδραχτο και το σφοντύλι γινόταν νήμα και μετά το έπλεκες κάλτσες, καλτσούνια, μπλούζες, φανέλες, ετοίμαζες το στημόνι και τη σαίτα για τον αργαλειό απόπου θα υφαίνονταν τα χράμια και οι πετσέτες. Την άνοιξη έκανες το σκάλισμα και το ξεχόρτισμα στην πρώιμη σπορά. Το καλοκαίρι ήσουν στο θέρος, στο βούδωμα του αλωνιού, στο πότισμα των χωραφιών, στη συγκομιδή του καρπού. Το φθινόπωρο ήσουν στον τρύγο, άσπριζες το σπίτι και την αυλή, φρόντιζες για την έψιμη παραγωγή. Όλο το χρόνο φρόντιζες για τα ζώα: βόσκα, πότισμα, στάβλισμα. Φρόντιζες πάντα να νηστεύουμε το σαραντάμερο, τη σαρακοστή το δεκαπενταύγουστο και τις άλλες νηστείες. Θύμιαζες τα σαββατόβραδα και τις παραμονές εορτών αγίων. Ήσουν στα δώματα στο χορό της αποκριάς, ήσουν σε κάθε γιορτή και χαρά που την προετοίμαζες με τελετουργικό τρόπο και ακόμα θυμάμαι το μοιρολόι σου από τον άδικο χαμό του παλικαριού. Στα παιδιά σου δεν επέτρεπες να ασχολούνται με «άφαντα κυνήια» τους έμαθες να έχουν παιγνίδι αυτό που βοηθάει τον αγώνα της έντιμης επιβίωσης: την αξίνη το τσαπούρι, τη σαρωνιά, τη στάμνα, το καλάθι, το σαμάρι, το στριφνάρι, τα χωράφια, τα ζώα, έτσι γυμνάζονταν και το σώμα ενώ το πνεύμα εκαλλειεργείτο από τη βυζαντινή μουσική της εκκλησίας, από τα βιολιά και τις εκδηλώσεις τα σαββατοκύριακα και τις γιορτές και από τα βιβλία στο σχολείο. Ήθελες να σπουδάσουμε και μας έλεγες ότι όσο φτωχοί και να είμαστε θα δουλέψεις υπηρέτρια να μας σπουδάσεις. Μας έδωσες σε συνεργασία με τον Πατέρα, την καλύτερη παιδεία βοηθώντας μας να αποκαλύψουμε και να αξιοποιήσουμε έστω και με το ζόρι τις τεράστιες δυνάμεις που είχαμε μέσα μας – τα θεία δώρα που έχει δώσει απλόχερα η φύση στους ανθρώπους – και να τα διαθέσουμε προς όφελος του κοινωνικού συνόλου και κατά επέκταση και του εαυτού μας. Μας έμαθες να είμαστε μονιασμένοι, να ισορροπούμε με τη λογική μας την επιθυμία και το θυμό και να είμαστε ενάρετοι. Μας έμαθες να μη φοβόμαστε ακόμα και τα αστροπελέκια που δεν θα μας λαβώσουν όταν ψιθυρίζουμε «μέλι και γάλα Χριστέ μου στον κόσμο σου», μας έμαθες να αντιμετωπίζουμε τον αιφνίδιο κίνδυνο λέγοντας «Παναγία μου πρόφθασε». Όλα αυτά μας τα έμαθες χωρίς να έχεις τελειώσει όλο το δημοτικό σχολείο. Με απίστευτο θάρρος και γενναιότητα πάλεψες πολλές φορές στα μαρμαρένια αλώνια με το χάρο και με τη βοήθεια του θεού και των άξιων ελλήνων γιατρών τον νίκησες εκτός από την τελευταία τη φορά που έφυγες στα 83 σου χρόνια για να αναπαυθείς παντοτινά γιατί εκπλήρωσες τον προορισμό σου. Καμάρωσες εγγόνια από όλα σου τα παιδιά, καμάρωσες δισέγγονο, καμάρωσες τα παιδιά σου που συνεχίζουν και θα σε θυμούνται για πάντα.

Τώρα αναπαύεσαι στην άκρη της ρεματιάς κοντά στη θάλασσα στο ξωκλήσι του Άγιου Χαράλαμπου στη Χίλια Βρύση του Νησιού εκεί που ήταν η επιθυμία σου κάτω από το θρόισμα που κάνουν τα φύλλα του πλατάνου από την αύρα του καλοκαιριού και είναι ελαφρύ το χώμα που σε σκεπάζει.

Το αποδοσίδι που ετοίμασες μαζί με τον πατέρα και μας έστειλες πριν ένα μήνα από το Νησί τα είχε όλα όπως κάθε χρόνο: σύκα και σταφίδες, ρούδια, ρακί, πετιμέζι, μουσταλευριά και πορτοκάλια όλα δικής σας παραγωγής.
Ιωάννης Ν. Χατζόπουλος, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αιγαίου, Μυτιλήνη 18/12/2000

Στη μνήμη του Πατέρα μου Νικολάου Χατζόπουλου του Ιωάννη.
Το σπίτι στο χωράφι ήταν κτισμένο στην απέναντι πλαγιά σε απόσταση από τα σπίτια στο Σκεπόνι αλλά αντίκριζε τη θάλασσα. Όταν το έκτιζες ήθελες να σε βοηθάμε για να μάθουμε να δημιουργούμε και να χτίζουμε. Τα βράδια του καλοκαιριού ύστερα από τη σκληρή δουλειά της μέρας στο χωράφι και μετά το δείπνο, τραγουδούσες και μας μάθαινες να χορεύουμε όλοι γύρω – γύρω γιατί έτσι ήθελες να αναδύεται η λεβεντιά του τόπου.

Μαζί με τη μητέρα ήσασταν αετοί και μας μεγαλώσατε πέντε παιδιά αητόπουλα για να ανεβαίνουμε ψηλά με φτερά δικά μας. Στην βραχοστόλιστη φύση της ορεινής Νάξου της Κωμιακής που μας αναστήσατε και μας μεγαλώσατε εκτός από τον ανθό του ασπάλαθρα, του φρύγανου και της ασπαρθιάς, γευτήκαμε τα αρώματα του θυμαριού, της αξαριάς, της ρίγανης, της λεβάντας, του φλουσκουνιού και της φασκομηλιάς και μάθαμε να αγωνιζόμαστε για την επιβίωση και το καλό του τόπου αξιοποιώντας στο έπακρο με σύνεση και αρετή τα θεία δώρα που μας έδωσε η φύση και με κυριότερο δώρο το μυαλό μας γιατί μονάχα έτσι, μας λέγατε, τιμά κανείς το δωροδότη.

Με γραμματικές γνώσεις τετάρτης δημοτικού μας έμαθες να κάνουμε σωστή διαχείριση χωρίς βερεσέδια και χρέη ενώ άλλοι με τίτλους και περγαμηνές είναι ανάξιοι να πετύχουν κάτι τέτοιο και έχουν καταχρεώσει την πατρίδα μας την Ελλάδα.

Είδες πολλά στη ζωή σου και συμμετείχες στο κάλεσμα της πατρίδας και ήσουν στο πυροβολικό και στο μεγάλο αγώνα του ΟΧΙ που γράφηκε το έπος του 40. Πέρασες από τις συμπληγάδες πέτρες τις κατοχής και ξεκίνησες με την απελευθέρωση να κάνεις την οικογένεια σου σχεδόν από το μηδέν.

Όταν μετά την απελευθέρωση όλος ο κόσμος έκανε ανόρθωση τα Ελληνικά νησιά ερήμωναν και όταν μετακόμισες την οικογένεια στην Αθήνα έκανες σπίτια για τα παιδιά σου, τα σπούδασες και τους έμαθες τέχνες και πάντα ήσουν υπερήφανος που τα έβλεπες να προοδεύουν με την τίμια εργασία τους και την αξία τους. Σαν ανταπόδοση τα παιδιά σου χάρισαν πολλά εγγόνια και αρκετά δισέγγονα.

Όταν συνταξιοδοτήθηκες μας έδωσες ένα τρανό παράδειγμα για την ποιότητα ζωής που μπορεί να απολαύσει κανείς στην τρίτη ηλικία. Αγόρασες κτήμα δίπλα στη θάλασσα και το έκανες ποτιστικό και αμπέλι. Έβγαλες δίπλωμα οδηγού και πήρες αγροτικό φορτηγάκι. Μέχρι πριν τρία χρόνια παρήγαγες επιτραπέζια σταφύλια κρασί και οπωροκηπευτικά και πάντα ήθελες απλόχερα να μας φιλεύεις.

Ήσουν από τους ανθρώπους που δεν βασίζοταν στα ταξίματα και τις ψεύτικες υποσχέσεις από αυτούς που λένε γλυκόλογα για να παραπλανήσουν τον κόσμο, ήθελες πάνω απ’ όλα να παράγεται έργο και για το λόγο αυτό πήρες την πρωτοβουλία και κάνοντας σωστό συντονισμό κέρδισες τη βοήθεια και συμπαράσταση των περίοικων και πρωτοστάτησες με προσωπική εργασία στην κατασκευή του δρόμου Φανερωμένης – Σκεπόνι – Αρβανίτισσα.

Πριν φύγεις για το μεγάλο ταξίδι σου να ανταμώσεις τη μητέρα στα 93 σου χρόνια φρόντισες να κλείσεις όλους τους λογαριασμούς σου και μάλιστα με πλεόνασμα χωρίς να αφήσεις πουθενά καμία εκκρεμότητα και όταν διαισθανόσουν να έρχεται η στιγμή της αναχώρησης έλεγες αστεία και χορατά και μέχρι την τελευταία στιγμή ήσουν όρθιος στις επάλξεις της ζωής και του αγώνα.

Το λιγοστό χώμα που είχε η πετροστόλιστη γη της ορεινής Νάξου το μάζευες σε σωρό και με τις πέτρες που ήταν πολλές έκτιζες το πεζούλι για να κυλήσεις στη συνέχεια το χώμα (έκοβες κύλισμα δηλαδή) και να φτιάξεις το χαλί για να φυτευτούν οι σπόροι και να καρπίσουν τα φυτά: πατάτες κρεμμύδια, όσπρια, κοκκάρι, και οπωροκηπευτικά. Πάντα έδινες σημασία στα θέμελα του πεζουλιού, όπου έχτιζες μεγάλες πέτρες και παρότρυνες πολλές φορές το μικρό παιδί σου να σηκώσει δυό οκάδες από την πέτρα του θεμελιού για να σηκώσεις εσύ τους υπόλοιπους δύο τόνους και να τη χτίσεις γιατί ήθελες το παιδί να βάζει ψηλά τον πήχη και να γίνει δυνατό όταν μεγαλώσει.

Η παιδική ανάμνηση οκτώ χρόνων έρχεται στο νου μου όταν είχες σηκώσει όρθιο με τα λωστάρια σου ένα βράχο περίπου δέκα τόνων και ετοιμαζόσουν να τον γύρεις ελαφρά πάνω στις πλάτες σου ώστε να τον περιστρέψεις και να πέσει η επίπεδη στρωτή πλευρά του στο θέμελο που είχες σκάψει. Μου είπες «κάθισε εκεί ψηλά και όταν δεις την πέτρα να γύρει περισσότερο και κινδυνεύει να με πάρει από κάτω να φωνάξεις δυνατά βάρδα ώστε να προλάβω να φύγω». Πριν καλά – καλά καταλάβω τι έπρεπε να κάνω είχες αρπάξει τον ογκόλιθο με τις δυνατές σου τις πλάτες τον είχες γυροφέρει και τον είχες βάλλει κάτω στο θέμελο στη σωστή του θέση.

Αυτή είναι η κληρονομιά για μας και τις επόμενες γενιές που μας άφησαν οι παππούδες μας και οι πατεράδες μας και έχουμε χρέος να την αξιοποιήσουμε.

Καλό σου ταξίδι πατέρα, να είσαι αναπαυμένος εκεί που πηγαίνεις και δώσε πολλά χαιρετίσματα στη μητέρα και σε όλους τους συγγενείς και φίλους.
Καθηγητής Ιωάννης Ν. Χατζόπουλος, 7/11/2007

Leave a Reply