Ἀδέρφια μου. Φυλάξτε τὰ ἑλληνικὰ συνήθειά μας…”

. «Ἀδέρφια μου. Φυλάξτε τὰ ἑλληνικὰ συνήθειά μας, γιορτάστε ὅπως γιορτάζανε οἱ πατεράδες σας, καὶ μὴ ξεγιελιώσαστε μὲ τὰ ξένα κι ἄνοστα πυροτεχνήματα. Οἱ δικές μας οἱ γιορτὲς ἀδελφώνουν τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ἐνώνει ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Μὴν κάνετε ἐπιδείξεις. “Εὐφράνθητε ἑορτάζοντες”. Ἀκοῦστε τί λένε τὰ παιδάκια ποὺ λένε τὰ κάλαντα: “Καὶ βάλετε τὰ ροῦχα σας, εὔμορφα ἐνδυθῆτε, στὴν ἐκκλησίαν τρέξετε, μὲ προθυμίαν μπῆτε, ν’ἀκούσετε μὲ προσοχὴν ὅλην τὴν ὑμνωδίαν καὶ μὲ πολλὴν εὐλάβειαν τὴν Θείαν Λειτουργίαν. Καὶ πάλιν σὰν γυρίσετε εἰς τὸ ἀρχοντικόν σας, εὐθὺς τραπέζι στρώσετε, βάλτε τὸ φαγητόν σας. Καὶ τὸν σταυρό σας κάνετε, γευθῆτε, εὐφρανθῆτε. Δῶστε καὶ κανενὸς φτωχοῦ ὅστις νὰ ὑστερῆται”. Ἀθάνατη ἑλληνικὴ φυλή! Φτωχὴ μὰ ἀρχοντομαθημένη, βασανισμένη, μὰ χαρούμενη καὶ καλόκαρδη περισσότερο ἀπὸ τοὺς εὐτυχισμένους τῆς γῆς, ποὺ τοὺς μαράζωσε ἡ καλοπέραση. Ναί, ἀδερφοί μου Ἕλληνες, χαίρετε μαζὶ μὲ κείνους ποὺ χαίρουνται καὶ κλαῖτε μαζὶ μὲ κείνους ποὺ κλαῖνε. Αὐτὴ εἶναι ἡ παραγγελία τοῦ Χριστοῦ, καὶ σ’ αὐτὴ μονάχα θὰ βρῆτε ἀνακούφιση. Δίνετε στοὺς ἄλλους ἀπ’ ὅ,τι ἔχετε. Τὸ παραπάνω ἀπ’ ὅτι ἔχει κανένας ἀνάγκη, τὸ κλέβει ἀπὸ τὸν ἄλλον. «Μακάριον τὸ διδόναι μᾶλλον, ἢ λαμβάνειν». Τί ἐξαίσια λόγια! Εἶναι τοῦ Φώτη Κόντογλου στὸ βιβλίο «Χριστοῦ Γέννησις. Τὸ φοβερὸν Μυστήριον» (ἐκδ. Ἁρμός, σελ. 14).

. Κάποτε, ἐμεῖς οἱ Ρωμηοί, ἔτσι γιορτάζαμε τὰ Χριστούγεννα. Ὅσο παραμέναμε στὴν «ἔντιμον πενίαν». Ὅταν μᾶς ἔπιασε ὁ καημὸς τοῦ ἐξευρωπαϊσμοῦ καὶ ἡ νόσος τῆς εὐζωίας, ἀφήσαμε τὰ «φασούλια σωφροσύνης» ποὺ καλομαγείρευε ἡ μάνα μας καὶ ριχτήκαμε στὴν «ὄρνιθα ἀσελγείας» τοῦ ταχυφαγείου. Παρένθεση. Τὶς ἐντὸς εἰσαγωγικῶν φράσεις, ἐρανίστηκα ἀπὸ ἕνα κείμενο τοῦ 1760. Εἶναι μία ἐπιστολὴ τοῦ λόγιου Κωνσταντίνου Δαπόντε, ὁ ὁποῖος ἀργότερα ἔγινε μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Καισάριος. Ἔζησε καὶ ἐκοιμήθη στὸ Ἅγιον Ὄρος. Διαβάζω λίγες εἰσαγωγικὲς γραμμὲς ἀπὸ τὴν ἐπιστολή, ποὺ τὴν ἀπέστειλε σὲ κάποιον Πούρβουλο, ἀπαντώντας, μᾶλλον, σὲ πρόσκληση γιὰ τραπέζι.

. «Ἐπιθυμίαν ἐπεθύμησα τούτην τὴν ἑβδομάδα φαγεῖν μετὰ τῆς εὐγενείας σου· εἰς τὸ τραπέζι δὲ δὲν θέλω νὰ εἶναι ἄρτος ἁρπαγῆς, πρόβατον ἀδικίας, ὄρνιθα ἀσελγείας, οὔτε δορκὰς ὑπερηφανείας, οὔτε ὀρτύκι μνησικακίας, οὔτε λαγὸς φιλοχρηματίας, ἀλλ’ οὔτε χοῖρος ἀκαθαρσίας. Θέλω δὲ καὶ παρακαλῶ νὰ εἶναι ἄρτος ἱδρῶτος, φακὲς ταπεινοφροσύνης, φασούλια σωφροσύνης, ρεβίθια ἐλεημοσύνης, ἰχθύες ἁπλότητος, ἐλιὲς ἱλαρότητος καὶ λάχανα εὐλαβείας…». Στὰ «δὲν θέλω», στὰ ἀνεπιθύμητα ἐδέσματα τοῦ Καισάριου, περιγράφεται ἡ Ἑλλάδα τῆς παρακμῆς, τοῦ χρημαστηρίου, τῶν μνημονίων, τοῦ Ἄκη καὶ λοιπῶν πτωμάτων τυμπανιαίας ἀποφορᾶς. Στὰ «θέλω» εἶναι ἡ Ρωμηοσύνη, τῆς νηστείας, τοῦ φιλότιμου, τῆς οἰκογένειας, ποὺ γιορτάζει ἑνωμένη τὶς χρονιάρες μέρες καὶ δὲν «δραπετεύει» στοὺς κατασκότεινους δρυμοὺς τῆς ἄθεης Εὐρώπης, γιὰ νὰ διασκεδάσει τὴν ἀνοησία της καὶ νὰ ἐπισωρεύσει κι ἄλλα μπάζα στὴν ἄπληστη ψυχή της.
. «Ἐπιθυμία ἐπεθύμησα» τοῦτες τὶς μέρες, πλησιάζοντας τὸ φοβερὸν μυστήριον τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, νὰ γράψω τέσσερις-πέντες ἀράδες, ὄχι γιὰ τὰ χαζοχαρούμενα φληναφήματα περὶ πνεύματος καὶ μαγείας τῶν Χριστουγέννων, ἀλλὰ γιὰ τὸ πῶς πρέπει νὰ γιορτάζονται τὰ ρωμαίικα Χριστούγεννα στὸ σχολεῖο. Γιατί κι ἐδῶ παρεισέφρησε «ἡ μαγεία» καὶ λοιπὲς δυτικόφερτες μαγαρισιὲς καὶ ὁ Χριστὸς στέκεται στὴν ἐξώθυρα τοῦ σχολείου καὶ τὴν «κρούει», ἀλλὰ τὰ παιδιά του δὲν τὴν ἀνοίγουν, γιατί δὲν Τὸν γνωρίζουν. Καὶ δὲν Τὸν γνωρίζουν, γιατί ἐμεῖς οἱ νέας κοπῆς δάσκαλοι, παραζαλισμένοι ἀπὸ τὴν ἀλαζονεία καὶ τὰ φαρμάκια τῆς ἀπιστίας, λησμονήσαμε ὅτι δάσκαλος, Ρωμηός, πρωτίστως «ἐστὶ ἄρχων πνευματικὸς» (ἅγιος Χρυσόστομος), «ἀρχέτυπον βίου, νόμος ἔμψυχος καὶ κανὼν ἀρετῆς» (Μέγας Βασίλειος). Ὅτι κύρια ἀποστολὴ σήμερα – ἐν μέσῳ τῆς περιρρέουσας πονηροκρατίας- τοῦ δασκάλου μὲ τὸ ρωμαίικο ἦθος, εἶναι τὸ «ὁ ποιήσας καὶ διδάξας». Μὰ γιὰ νὰ μὴν σκανδαλισθεῖ κανένας πὼς τὰ λόγιά μου εἶναι ὁλότελα κούφια- ὅπως θὰ ἔλεγε ὁ Κόντογλου- στενεύομαι νὰ πῶ πὼς προσπαθῶ νὰ μὴν εἶμαι ὁλότελα «ὁ δάσκαλος ποὺ δίδασκε καὶ νόμο δὲν ἐκράτει».
. Ἂς κοιτάξουμε πίσω, τί ἔκαναν οἱ παλιοί, καλοί μας δάσκαλοι. Ἐρωτῶ: τελείωνε ποτὲ μαθητὴς τοῦ Δημοτικοῦ χωρὶς νὰ γνωρίζει τὸ ἀπολυτίκιο τῆς Γέννησης τοῦ Χριστοῦ; Τὸ θαυμάσιο «Ἡ Γεννησίς σου Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν…». Ἢ ἀκόμη τὸ ἐκπληκτικὸ Κοντάκιο «Ἡ Παρθένος σήμερον…». Ἢ τὸ «Πιστεύω». Ποιός τὰ μαθαίνει αὐτὰ σήμερα στὰ παιδιά, ποὺ ἔχουμε σιχαθεῖ τὰ γλυκανάλατα φράγκικα μουρμουρητά; Ποὺ ἀφήσαμε τὰ πάντερπνα λόγια τῶν ἁγίων, τὰ ὁποῖα γαληνεύουν τὶς πεινασμένες ψυχὲς τῶν παιδιῶν – «ἀπὸ τὴν Εὐρώπη γυρίσαμε πεινασμένοι», ἔγραφε ὁ Σεφέρης – καὶ τὰ «ταΐζουμε» μὲ τὰ ξέψυχα, μίζερα καὶ ψευτορομαντικὰ «μπαχαρικὰ» καὶ ψελλίσματα τῆς ἀντίχριστης Δύσης. Κάνουμε γιορτὲς χριστουγεννιάτικες στὰ σχολεῖα καὶ νομίζεις ὅτι βρίσκεται σὲ κάποιο κρατίδιο τῆς Γερμανίας ἢ σὲ καμμιὰ γειτονιὰ τῆς Νέας Ὑόρκης. Ἂν θέλουμε νὰ φύγουν τὰ σάβανα ποὺ καταπλάκωσαν τὴν πατρίδα μας, πρέπει νὰ ἀρχίσουμε ἀπὸ τὶς σχολικὲς τάξεις τὴν ἐπανάσταση. Καὶ ἡ καθ’ ἡμᾶς Ἐπανάσταση πάντοτε, νῦν καὶ ἀεί, γίνεται πρῶτα ὑπὲρ πίστεως καὶ ἔπειτα ὑπὲρ πατρίδος. Τὸ ἔγραψαν μὲ τὸ γιαταγάνι τοὺς οἱ Κλεφταρματολοί, βλάστησε στὸ αἷμα τῶν Νεομαρτύρων.


. Ποιός δάσκαλος διαβάζει στὴν τάξη τὸ Εὐαγγέλιο τῆς Γέννησης; Γιατί ἀνεχθήκαμε τὴν κατάργηση τοῦ βιβλίου τῶν Εὐαγγελικῶν Περικοπῶν, τὸ ὁποῖο συνόδευε τὰ Θρησκευτικὰ καὶ στὴν θέση του διδάσκουμε τὴν μάγισσα τὴν Φρικαντέλα ποὺ μισοῦσε τὰ κάλαντα; Γιατί ἀφήσαμε νὰ φύγει ὁ Κόντογλου καὶ «τὸ βλογημένο μαντρί», ὁ Παπαδιαμάντης, ὁ Σολωμός, ὁ Παλαμᾶς καὶ ὁ Καρκαβίτσας γιὰ νὰ μποῦν στὴ θέση τους κάποια Κατερίνα Ἀναγνώστου, ποὺ γράφει γιὰ τὸν Ἅϊ-Βασίλη ποὺ στέλνει γατάκια σὲ μία οἰκογένεια προσφύγων; (στὴν Α´Δημοτικοῦ). Ἢ κάποια Ἔλσα Χίου ποὺ γράφει γιὰ τὸν μουσουλμάνο Νορντίν, ποὺ ἐπισκέπεται, μία ἐκκλησία καὶ δυσφορεῖ γιὰ «τοὺς ἄσκημους γέρους μὲ τὶς μακριὲς γενειάδες» ποὺ ὑπάρχουν στοὺς τοίχους τῆς ἐκκλησίας «τοῦ χριστιανοῦ Ἀλλάχ»; (στὴν Γ´-Δ´ Δημοτικοῦ) Γιατί τὰ «Χριστούγεννα τοῦ Τὰ Κι Κό», στὸ Ἀνθολόγιο Ε´-ϛ΄ Δημοτικοῦ, ὅπου συγκρίνονται τὰ μάτια τοῦ Χριστοῦ μὲ τὰ μάτια ἑνὸς γατιοῦ, ἀναθυμιάσεις ποὺ μᾶς πνίγουν καὶ φέρνουν ἀναγούλα στὰ παιδιά;

. Αὐτὲς τὶς ἡμέρες, νὰ καταστρέψουμε γιὰ λίγο τὴν κρίση μὲς στὶς τάξεις. Νὰ τὴν κάνουμε ρωμαίικη, νὰ ἀναπνεύσουν οἱ μαθητὲς μας ἄρωμα Ὀρθοδοξίας, δηλαδὴ Ἐλευθερίας, διότι αὐτὸ σημαίνει ρωμαίικο, ἐλευθερία.
. «Ρωμαίικον. Στὶς ψυχὲς ὅλων τῶν ἁπλῶν Χριστιανῶν, ποὺ ἦταν ὑποτελεῖς στὸ κράτος τῆς Τουρκίας ἐδῶ καὶ τέσσερις αἰῶνες (ἀφότου δηλαδὴ κυριεύτηκε ἀπὸ τοὺς Τούρκους ἡ λεγόμενη Εὐρωπαϊκὴ Τουρκία καὶ ἔπειτα ἡ ἴδια ἡ Κωνσταντινούπολη) διαφυλασσόταν ἡ ἰδέα καὶ ἡ ἐλπίδα τῆς ἀπελευθέρωσης καὶ ἀνάκτησης τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας μὲ τὸ ὄνομα «ρωμαίικον». Ἔλαβε τὴν ὀνομασία αὐτὴ ἀπὸ τοὺς Ρωμαίους αὐτοκράτορες τῆς Κωνσταντινούπολης, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ὀνομάστηκε καὶ ὁλόκληρη ἡ Βυζαντινὴ Αὐτοκρατορία Ρωμαϊκὸ Κράτος ἢ καὶ ἁπλῶς «Ρωμαίικον», τὸ ὁποῖο ἰσοδυναμεῖ μὲ τὴ λέξη «ἐλευθερία» γιὰ τοὺς χριστιανοὺς ὑπόδουλους τῆς Τουρκίας. Αὐτὴ λοιπὸν ἡ ἰδέα, «ρωμαίικον» ἔμεινε ριζωμένη στὶς καρδιὲς τῶν χριστιανῶν Ἑλλήνων καὶ ὁμοθρήσκων». (Γεωργίου Γαζῆ, γραμματικοῦ τοῦ Καραϊσκάκη. Λεξικὸν τῆς Ἐπαναστάσεως καὶ ἄλλα ἔργα, ἐπιμέλεια Λ.Βρανούσης, Ἰωάννινα 1971, σ.132. Ἀπόδοση στὰ νέα ἑλληνικὰ)

. Ρωτοῦσαν κάποιοι δάσκαλοι τὸν Γέροντα Ἐφραὶμ τὸν Κατουνακιώτη: «Γέροντα, πῶς θὰ διδάσκουμε, πῶς θὰ μιλᾶμε στὰ παιδιά;». Καὶ ἐκεῖνος ἔλεγε: «Θέλεις νὰ διδάξεις, θέλεις νὰ μιλήσεις στοὺς μαθητές σου; Πιάσε ἀπὸ τὸ χέρι τὸν Ἅγιο Νεκτάριο καὶ κουβάλα τον μέσα στὰ θρανία, μέσα στὴν αἴθουσα μὲ τὸν Ἅγιο Νεκτάριο νὰ διδάξεις. Διδάσκει ἐκεῖνος καὶ ὁ Χριστὸς καὶ ὄχι ἐσὺ τὰ παιδιά». Ἂς πιάσουμε, λοιπόν, κι ἐμεῖς, γιὰ νὰ παραφράσω τὸν ἅγιο Γέροντα, τὸν Ἅϊ-Βασίλη, τὸν δικό μας, τὸν Μέγα, ἀπὸ τὸ χέρι, κι ἐκεῖνος, μιᾶς καὶ ὅλους μᾶς καταδέχεται, θὰ μᾶς διδάξει. Ἂς πιάσουμε τὰ χέρια τῶν ἡρώων καὶ τῶν ἁγίων του Γένους μας, γιατί μόνον αὐτοὶ μποροῦν, στὴν κατάσταση ποὺ εἴμαστε, νὰ μᾶς διδάξουν τί σημαίνει Ρωμηοσύνη, δηλαδὴ ἐλευθερία…

Δημήτρης Νατσιός
Δάσκαλος-Κιλκίς

Leave a Reply