Κώστας Τζαναβάρας

Νίκος Καλογερόπουλος, ο Δάσκαλος της Αλήθειας

Ασυμβίβαστος, αλλά και λάτρης του διαλόγου. Εύπορος, αλλά και επαναστάτης. Κοσμογυρισμένος κοσμοπολίτης, αλλά και λιτοδίαιτος. Φιλόσοφος, αλλά και επιχειρηματίας επιπέδου. Πάνω από όλα, και με ολόκληρη την σημασία του όρου, άνθρωπος.
Σπάνιος, ακόμη και ως «Έλληνας μιάς άλλης εποχής». Τόσο που, με τα σημερινά κριτήρια, δείχνει αντιφατικός. Αυτά τα κριτήρια, καθαρά λαϊκίστικα, αντιπάλεψε σε όλη του την ζωή. Όχι μόνον με το συγγραφικό του έργο και την δράση του ως πολίτης, αλλά και με την ίδια του την ζωή. Με το παράδειγμά του.

Γεννημένος στην Κόρινθο το μακρινό 1924, μεγάλωσε στην Αθήνα μέχρι και τις σπουδές στην ΑΣΟΕΕ. Πριν συνεχίσει τις οικονομικές σπουδές του στην Αγγλία, χρειάσθηκε να αναλώσει 3½ χρόνια μαχόμενος στα βουνά κατά του μετέπειτα κύριου πολιτικού του αντιπάλου : της Αριστεράς, του Μαρξισμού.
Η έμπρακτη συμμετοχή του, στην πλευρά που θεωρεί «συμμοριτοπόλεμο» τον πόλεμο ’46-‘49, δεν τον εμπόδισε όχι μόνον να είναι – κατά το δυνατόν ! – αντικειμενικός αλλά και να δηλώνει «κατ’ ουσίαν αριστερός». Δήλωνε απερίφραστα υποστηρικτής του Κράτους Πρόνοιας, αλλά με άλλα μέσα. Αναγνώριζε – ευρύτερα – «θετικά στοιχεία» σε μία «θρησκεία», την οποία απεκάλυπτε και κατακεραύνωνε με εδραία επιχειρήματα.

Αν ξενίζει το γενναιόφρον ύψος της ενατενίσεως, ας ληφθεί υπ’ όψιν αυτό που δικαίως θεωρούσε «έργο ζωής» του. Η Θεωρία της Ολοκληρώσεως. Περιλαμβάνεται στο πρώτο χρονικά βιβλίο του, καθώς το έγραψε σε ηλικία μόλις 21 ετών. Εξεδόθη σχεδόν 40 χρόνια αργότερα, υπό τον τίτλο «ΣΤΡΟΦΕΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΕΣ» (1982).
Το εκπληκτικό είναι ότι η αρχική σύλληψη, πλάσμα της νιότης του, ήταν λίγο ακόμη νωρίτερα. Ήταν μόλις 18χρονος, και ήταν και καταμεσίς (1942) η Γερμανική Κατοχή.
Σκόπευε ώστε η θεωρία του να διδάξει τον άνθρωπο όχι τι πρέπει να κάνει αλλά τι κάνει. Αντιγράφω : «Αν ο αναγνώστης δεν είναι από τη φύση του, είτε φανερή είτε κρυμμένη, συνάμα στοχαστής και καλλιτέχνης ή ποιητής, αν δεν ξέρει να νοιώθει τους ακατάλυτους δεσμούς ‘της καρδιάς και του λόγου’, καλό θα ήταν να μην το διαβάσει αυτό το βιβλίο. Για να μην το μολέψει με την αλύγιστη ύλη της μονόπλευρης ‘λογικής’ του.»
«Οι αρχαίοι του πέμπτου αιώνα, από όλες τις ολοκληρωτικές ιδέες είχαν διαλέξει (…) την ιδέα του ανθρώπου που έχει κυριαρχήσει και μπορεί να αφήσει το κορμί του ελεύθερο να ρουφήξει τον αέρα και τον ήλιο της φύσεως και να αναπτυχθεί αρμονικά και γαλήνια, ανεπηρέαστο από το φόβο της αντιξοότητας και την ανάγκη του αγώνα για επικράτηση.»
«Πολλοί λένε ότι η σημερινή κακοδαιμονία οφείλεται στην έλλειψη της θρησκευτικής πίστεως. Όμως είναι ελάχιστοι αυτοί που ξέρουν να θέτουν το ερώτημα : γιατί έλειψε η θρησκευτική πίστη ; Κι είναι ακόμα πιο λίγοι αυτοί πού ‘χουν την τόλμη να απαντήσουν και το πνευματικό σφρίγος να πάρουν θέση σαν σκαπανείς κι όχι σαν αρνητές.»
«Το μοιραίο ανθρώπινο Λάθος δεν είναι άλλο παρά ο εντοπισμός της προσοχής σε μία μερίδα, μεμονωμένη και χωριστή, του Όλου.» Η πεμπτουσία των φιλοσοφικών του αναζητήσεων, όπως μου είπε.

Ως θαυμαστής του Kant, ασπαζόταν την άποψη «Μπορούμε να καταλάβουμε έναν φιλόσοφο καλύτερα από ό,τι κατάλαβε ο ίδιος τον εαυτό του». Είχε επίσης ψηλά στις αναφορές του τον ισχυρισμό του Leibnitz «Όλες οι φιλοσοφίες είναι σωστές σε αυτό που βεβαιώνουν και λάθος σε αυτό που παραλείπουν».
Αυτά τα δύο, σε συνδυασμό, τον οδήγησαν στην ασύλληπτα φιλόδοξη απόπειρα να διατυπώσει μία «Γενική Θεωρία της Φιλοσοφίας», του «υπεροικοδομήματος των επιστημών». Μία θεωρία που θα συμπύκνωνε τους στοχασμούς όλων των μεγάλων μυαλών του πλανήτη ανά τους αιώνες.
Σίγουρα δεν είναι εύκολο, ιδίως στις μέρες μας, να εκτιμηθεί η δυνητική σημασία ενός τέτοιου επιτεύγματος. Δεν είναι και τόσο δημοφιλές ούτε καν το ότι «Η εκάστοτε φιλοσοφική ενατένιση, στη μονομέρειά της ή στη γενικότητά της, καθορίζει την κοίτη που ακολουθεί ο ρους της Ιστορίας των ανθρώπων, είτε αυτοί το ξέρουν είτε όχι.» (2007).
Είναι μάλιστα τόσο μεγάλο το ίδιο το ύψος του τολμήματος, ώστε καθίσταται εξαιρετικά δυσχερής ακόμη και η επί της ουσίας εξέταση και αξιολόγηση της θεωρίας του. Απαιτείται απαραιτήτως, εκτός των άλλων, η λεγόμενη «υγιής δυσπιστία». Είναι χαρακτηριστικό αυτό που συνέβη όταν ταχυδρόμησε σε πανεπιστημιακούς κύκλους την σχετική πρότασή του ‘La Totalisme ou la volonte du boneur”. Γάλλοι και Ελβετοί καθηγητές του το επέστρεψαν χωρίς να το διαβάσουν, με την διευκρίνιση «a priori dεν πιστεύουν ότι είναι δυνατή μία Γενική Θεωρία της Φιλοσοφίας».
Κάπως έτσι, είναι ακόμη πιο δύσκολο στις μέρες μας να γίνει μία σημαντική διάκριση : είναι άλλο η επί της ουσίας αξιολόγηση της θεωρίας του και άλλο το τι σημαίνει το ίδιο το ύψος του τολμήματος. Είναι, όμως, αβίαστα προφανές στους νοήμονες ότι το δεύτερο τον κατατάσσει αυτοδικαίως σε επίπεδο Οικουμενικό. Το μόνο που ευλόγως χρειάζεται να συνεκτιμήσει κανείς είναι το ανάστημα του ανδρός.

Η αυγή της δεκαετίας του ’50 τον βρήκε ανερχόμενο στέλεχος σε Υπηρεσία Μετανάστευσης του ΟΗΕ, αρχικά στην Γερμανία και μετά στην Γενεύη της Ελβετίας. Εγκατεστημένος πια μονίμως στην δεύτερη πατρίδα του, είχε την ευκαιρία να αναπτύξει τις οργανωτικές του δεξιότητες αλλά και να ταξιδεύσει ανά τον κόσμο. Το ίδιο, αργότερα, μετά την συνταξιοδότησή του, και ως επιχειρηματίας αξιώσεων. Ενδιάμεσα φοίτησε στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου της Γενεύης, λαμβάνοντας μάλιστα και διδακτορικό στην Γνωσιολογία.
Συνήθιζε να απαγγέλλει – προσαρμοσμένον – τον Ομηρικό στίχο «Πολλών ανθρώπων ίδον άστεα και νόον έγνων». Άλλωστε, εκτός από τα ταξίδια, είχε και την συναναστροφή με επιφανείς Έλληνες της διασποράς. Υπήρξε, μεταξύ άλλων, επιστήθιος φίλος του Γιάννη Λάτση. Πριν, μάλιστα, αυτός πεισθεί να μεταφέρει την έδρα των επιχειρήσεών του στην Γενεύη.

Ως θερμός πατριώτης, δεν μπορούσε να αποφύγει τις συγκρίσεις. Δεν μπορούσε να μείνει απαθής απέναντι στα τεκταινόμενα στην μεταπολιτευτική Ελλάδα. Και δεν είχε καμία προκατάληψη απέναντι στις οικονομικές επιτυχίες της επταετίας. Άλλωστε πάντα διαχώριζε σαφώς το ΤΙ από το ΠΟΙΟΣ.
Υπεδείκνυε κατ’ επανάληψιν και επί δεκαετίες την διακοπή του «ελληνικού οικονομικού θαύματος 1955-1974». Μέχρι τις τελευταίες μέρες της ζωής του τόνιζε την απότομη ανακοπή των επενδύσεων με την δημοφιλή πολιτική «κατά του ντόπιου και ξένου μεγάλου κεφαλαίου». Την δολοφονία της Ελλάδας.
Θα συμπλήρωνα, ως διευκρίνιση, ότι το να περάσει μία βιομηχανία στα χέρια των εργαζομένων έχει μία κάποια λογική. Το κλείσιμο της βιομηχανίας, άμεσο ή τελικό, δεν έχει.

Αξίζει να παρακολουθήσουμε, παράλληλα με τις δραματικές εξελίξεις, το συγγραφικό του έργο. Συνδύαζε μοναδικά την επιστημονική του συγκρότηση, την ευρυμάθειά του, την ευρεία εμπειρία του, την πολιτική οξυδέρκειά του, την διορατικότητά του. Το νοιάξιμό του για την Πατρίδα.

Η αρχή ήταν το βιβλίο «ΝΕΟΙ ΣΩΚΡΑΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ» (1981). Ένα βιβλίο εντελώς διαφορετικό από τα υπόλοιπα βιβλία του, αλλιώτικο από τα αναρίθμητα άρθρα του. Ουσιώδες και εμπνευσμένο, και ταυτόχρονα γλαφυρό, εξέθετε – εμμέσως πλην σαφώς – την προσωπικότητά του. Ο «Σωκράτης» του ήταν ο ίδιος. «Ένας άνθρωπος που λίγοι τον γνώρισαν όσο ζούσε, αλλά που ήταν ο πιο καλός, κι ο πιο φρόνιμος, κι ο πιο δίκαιος απ’ όσους είχα γνωρίσει». Κάποιος που ήξερε να συνδυάζει «την ασχολία με την σχόλη».
Με συγκλόνισε η προ διετίας ιδιόχειρη αφιέρωσή του «Στον αγαπητό φίλο … με την βεβαιότητα ότι περισσότερο από κάθε άλλον θα καταλάβει το περιεχόμενο, ίσως καλύτερα από τον γράψαντα». Είναι ακριβώς η ρητή εντολή του να μιλήσω «με το χέρι στην καρδιά» και «έξω από τα δόντια». Έχω όχι μόνον το δικαίωμα αλλά – κυρίως – το χρέος να μιλήσω για το πολύχρονο μαρτύριό του. Άλλωστε, όπως γράφει ο πρώτος ιστορικός της ανθρωπότητας, ο Ηρόδοτος, «Από όλες τις δυστυχίες του ανθρώπου η πιο πικρή είναι να είσαι σοφός και να μην έχεις καμιά επιρροή».

Ως «Σωκράτης», λοιπόν, εκθέτει και αναπτύσσει τις σκέψεις του για το ίσως βασικό πρόβλημα της ανθρωπότητας, την «σύγκριση του ιδεατού με το πραγματικό». Τις απογοητευτικές «σκέψεις για το πώς θα ήθελες να είναι τα πράγματα και για το πώς είναι.»
Διατυπώνει με απλά λόγια και τον εθνικής σημασίας μύχιο πόθο του : «Πρέπει κάποτε ο ρωμηός να βρει την ταυτότητά του σε αυτό που ονειρεύεται να δημιουργήσει και όχι σε αυτό που θυμάται από το παρελθόν ή του δίνουν έτοιμο οι άλλοι».

Στο «Ο μαρξιστικός μύθος» (1984) αντιμάχεται με σθένος την μαρξιστική ιδεολογία, όχι όμως στο τότε δημοφιλές επίπεδο των αποκαλύψεων περί του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Στοιχειοθετεί ότι πρόκειται στην ουσία για θρησκεία. Και αποδεικνύει ότι είναι ευθέως αντίθετη με την ανθρώπινη φύση.
Εντοπίζει και τον ιδιαίτερο κίνδυνο ειδικά για την χώρα μας. Υποδεικνύει τα χονδροειδή λάθη πολιτικών όπως ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και ο Ανδρέας Παπανδρέου. Αντιλαμβάνεται σαφώς τις συνέπειες της καταδιώξεως των Ελλήνων μεγαλοεπιχειρηματιών, αρχής γενομένης από τους Ανδρεάδη και Νιάρχο.
Εκεί ακριβώς στηρίζει την ιστορική πρόβλεψη «Η οικονομική καταστροφή της Ελλάδας είναι τόσον τελεσίδικη όσον η Μικρασιατική Καταστροφή» (1984).
Στηλιτεύει την «ιδιόρρυθμη ελληνική κατάσταση», την «έλλειψι βαθύτερης Παιδείας και πνευματικής αναπτύξεως», την «χωρίς πνευματικά ερείσματα νεοπλουτική κοινωνία». Διαπιστώνει για τους πολιτικούς μας ότι «όχι μόνο δεν έχουν οι ίδιοι διευθύνει ή δημιουργήσει μίαν επιχείρισιν» αλλά και κανείς τους «δεν έχει την παραμικρήν ιδέα για το πώς σκέπτεται ο επιχειρηματίας, για το πώς δημιουργείται ο πλούτος, για το πώς προσελκύονται οι επενδυταί».
Καταλήγει : «Ο πολιτικός που έχει λείψει από τον τόπο μας, είναι αυτός που συγκεντρώνει στο πρόσωπό του τους πόθους, τις δυνατότητες και τα όνειρα του έθνους. Αυτός που εκφράζει τη γενική εθνική θέληση και όχι αυτός που μιμείται τη μόδα της εκάστοτε ευρωπαϊκής ή παγκόσμιας στιγμής. Αυτός που αφού τη νοιώσει την εθνική θέληση θα ‘ναι σε θέση με την πανταχού ζωντανή παρουσία του να εμπνεύσει και να καθοδηγήσει τον δεδομένο λαό και όχι να γίνει ουραγός και άκριτος μίμος.»
Προφανώς ο «μαρξιστικός μύθος» αφορούσε και μπόλικους ορκισμένους πολέμιους του Μαρξισμού.

Με το «Η ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ ΜΕΣΟΝ ΒΙΑΣΜΟΥ ΤΩΝ ΛΑΩΝ» (1984) επιχειρεί την πρώτη προσπάθεια να αποκαλύψει τις μεθοδεύσεις. «Εκθέτει και αναλύει τις διάφορες μεθόδους διαστρεβλώσεως της σκέψεως». «Η προπαγάνδα κατασκευάζει αλήθειες» είναι το μήνυμά του. Ο επιμελής αναγνώστης, απλώς έχει να δει ξεκάθαρα ΠΩΣ η προπαγάνδα κατασκευάζει «αλήθειες». Πόσο καλοστημένο ψέμα μπορεί να είναι και το πιο αληθοφανές και πειστικό σενάριο.
Επισημαίνει παράλληλα : «Η πνευματική απήχησις είναι αδύνατη στην Ελλάδα διότι δεν υπάρχει «ατμόσφαιρα», η οποία να μπορεί να προωθήσει τα ηχητικά κύματα». «Συνήθως, όταν κανείς προωθεί μία νέα ιδέα δεν προωθεί την επιστήμη. Θίγει τους επιστήμονες».

Στη συνέχεια, με το «Ο Ηγέτης κατά τον Μακκιαβέλι» (1989), επιχειρεί την δεύτερη προσπάθεια να αποκαλύψει τις μεθοδεύσεις. Αναδεικνύει – μεταξύ άλλων – την ισχύ της Παπικής διαβολής κατά του αποδεδειγμένα δημοκράτη Ιταλού. Έναν αγωνιστή της δημοκρατίας, που κατά τον Rousseau «Φαίνεται ότι διδάσκει τους ηγεμόνες, αλλά διδάσκει τους λαούς».
Ούτε λίγο, ούτε πολύ, επί μισή χιλιετία ο Νικολό Μακκιαβέλλι δίνει αδίκως το όνομά του στον Μακκιαβελισμό, την στυγνή εξουσία. Για τον Νίκο Καλογερόπουλο, ήταν απλώς ένας άνθρωπος που «Δεν φοβόταν την αλήθεια». Στο ίδιο πνεύμα και ο ίδιος, αποκαλύπτει και παρουσιάζει συστηματικά τα μυστικά της προπαγάνδας και της ηγεσίας.
Τονίζει : «Δεν υπάρχει πράγμα πιο δύσκολο, πιο αμφίβολο για επιτυχία, αλλά και πιο επικίνδυνο, από το να ηγείσαι για εισαγωγή νέων θεσμών. Ο νεωτεριστής έχει δραστήριους εχθρούς αυτούς που είχαν συμφέροντα με τους παλαιούς θεσμούς. Ενώ αυτοί που μπορούν να βρουν συμφέρον με τους νέους, τους υπερασπίζονται με χλιαρότητα.»

Το «Η Πολιτική Σημασία του Βλακός» (1991) «παρέχει ανάλυση των σοφισμάτων και των αιτίων του ανθρωπίνου λάθους». Επαναλαμβάνει και αιτιολογεί διεξοδικά την πρόβλεψη του Ε.Λεμπέση (1941) : «Η έμφυτη τάση του βλακός, που απορρέει από το ένστικτο αυτοσυντηρήσεως, είναι να συσπειρώνεται, λόγω ελλείψεως ατομικότητας και κατά την αρχή της ελαχίστης προσπαθείας, με τους ομοίους του, σε πάσης φύσεως οργανώσεις που καταλήγουν εις πλήρη βλακοκρατία.»
Εκεί ακριβώς βρισκόμαστε. Με ανήμπορους θεατές τους «έξυπνους» …

Το «Ποιοι εδολοφόνησαν την Ελλάδα» (1995) είναι καταπέλτης για «τα τραγικά σφάλματα μιας ομάδος ανθρώπων που απεργάστηκε, βραδέως, ασφαλώς και με περίεργη επιμονή, την Δολοφονία της Ελλάδος στον πολιτικό, οικονομικό, ηθικό και κοινωνικό τομέα».
Υποδεικνύει επακριβώς το έγκλημα : «Πάντοτε ο Έλλην που διέπρεψε στο εξωτερικό δεν ξεχνά την πατρίδα του. Στο παρελθόν γινόταν ‘ευεργέτης’, έχτιζε καλλιμάρμαρα κτίρια και η “Πατρίς ευγνωμονούσα” του έστηνε ανδριάντα. Τώρα, ο Έλλην αυτός, θέλησε να κτίσει εργοστάσια και πλοία, να προσφέρει αφθόνως θέσεις εργασίας στους Έλληνες και ‘η Πατρίς’ τον εξύβρισε και τον εξεδίωξε.»
Συμπεραίνει ότι «Είναι το Σύστημα που έχει αποδειχτεί εκκολαπτική μηχανή που παράγει συνεχώς υπονομευτές της δημοκρατίας, της πολιτικής αρετής, της ευημερίας, της Πατρίδος.»

Στο «Οι Ασθένειες της Δημοκρατίας και η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΙΣ» (1996) επιχειρεί κάτι απολύτως αντιδημοφιλές στη χώρα μας, την βαθυστόχαστη ανάλυση του πολιτικού μας προβλήματος.
Το ερώτημα που γεννάται είναι : «Πώς τα μέλη μιας πολιτικής κοινωνίας μπορούν να ζουν ελεύθερα και να απολαύουν τα αγαθά της ειρήνης και της ευημερίας, αλλά ταυτόχρονα να έχουν αποκλείσει κάθε παρέμβαση των ‘ειδικών βουλήσεων’ της ιδιοτέλειας και της κακότητος» ;
Επιχειρεί να αξιοποιήσει το επιτυχημένο μοντέλο της δεύτερης πατρίδας του, της Ελβετίας. Την συγκατάβαση – πρώτα από όλα. Την συστηματική διακυβέρνηση σε καθεστώς Εθνικής Ενότητας. Την άμεση δημοκρατία των δημοψηφισμάτων ουσίας.
Επρόκειτο, άλλωστε, για αντιδάνειο. Λίγοι γνωρίζουν ότι η Ελβετία αξιοποίησε το πρότυπο της Αρχαίας Σπάρτης, επενδύοντάς το με στοιχεία της Αρχαίας Αθήνας.
Επιχειρεί και μία ακόμη τολμηρή πρόβλεψη : «Η σήψις που επέφερε η ένδεια του πολιτικού κόσμου σαν ‘ολικό κοινωνικό φαινόμενο’ δεν είναι μόνο πολιτική. Είναι πνευματική, ηθική και, γενικώτερα, κοινωνική. Με τα ‘πρότυπα’ που έδωσε ο πολιτικός κόσμος έχει φθάσει στο έσχατο σημείο της καταπτώσεως της παρακμής. Και αυτό ακριβώς το ‘έσχατο σημείο’ είναι ο οιωνός που δίνει το σημείο ότι η ελληνική κοινωνία βρίσκεται στα πρόθυρα μίας Αναγεννήσεως.»

Ας αποτολμήσουμε να μπούμε στην θέση του, όταν η χώρα μας έμπαινε με τυμπανοκρουσίες στην ευρωζώνη το 2001. Και όταν οι ουρανομήκεις ζητοκραυγές πανηγύριζαν την έναρξη των Ολυμπιακών της Αθήνας του 2004.
Η ερώτηση που ετίθετο τότε ήταν «Ποια δολοφονία της Ελλάδας ;». Πώς να εξηγήσει τότε και τι ; Τώρα όλοι ξέρουμε. Για εκείνη την εποχή, όμως, ας στοχαστούμε τι ήταν πιο εξευτελιστικό : να του απευθύνεται ευθέως η ως άνω ερώτηση ή να παραλείπεται ειρωνικώς ;

Η απάντηση ετοιμαζόταν επί χρόνια. Ήταν το corpus magnum του : «Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΙΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ» (2000). Τρίτομο έργο, μνημειώδες. Επισκόπηση και ανάλυση 1.500 χρόνων ραγδαίων και κοσμοϊστορικών εξελίξεων στην Ευρώπη. Μεσαίωνας, Αναγέννηση, Φωτισμός, Ρωμαντισμός. Ιδεολογίες, σύγχυση, αίμα.
Το έργο βραβεύτηκε επαξίως το 2002 από την Ακαδημία Αθηνών με Έπαινο. Όπως σημειώνεται ευστόχως στο κείμενο του βραβείου, αναδεικνύει τους παράγοντες που «υπόκεινται» της Ευρωπαϊκής Ιστορίας. «Δεν είναι ο Λόγος που κυβερνά τις πράξεις των ανθρώπων, αλλά οι απωθημένες, άγνωστες στο Λόγο, υποσυνείδητες τάσεις» έγραφε.
Ο ισχυρισμός του «Η ιερή συνείδηση του ‘καθήκοντος’ και της ‘ευθύνης’ είναι πάντοτε, κατά τον Νόμο της Υπερβολής, η μυστική δύναμη που κινεί το μαστίγιο» εξηγεί πολλά …
Τονίζει ότι «Η αβεβαιότητα για το μέλλον ανατρέπει την αποδεικτική ισχύ οποιουδήποτε φυσικού νόμου». Επισημαίνει έντονα τις «Αντιδράσεις αυτών που επιμένουν στο ‘γνωστό’ και το ‘οικείο’».
Διαχωρίζει τους πρωτοπόρους των μεγάλων αλλαγών σε χρονικά δύο ομάδες. «Τους πρώτους, που προτείνουν το ‘πρωτάκουστο’, ξεχύνεται το πλήθος της προκαταλήψεως να τους κατασπαράξει. Διότι δεν είναι ακόμη προετοιμασμένο στα νέα πρότυπα εμπειρίας. Τους δεύτερους, τους περιμένει ένας λαμπρός φωτοστέφανος δόξης. Αυτοί, έχουν ανασυνδέσει τις ετερόκλητες τάσεις που έχει ήδη γνωρίσει η εποχή και έχουν προβάλει την απλή ενότητα της Συνθέσεως.»

Η «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΣΚΕΨΗ» (2007) είναι μία ευρεία ανακεφαλαίωση της παγκόσμιας φιλοσοφικής σκέψης, θεματικά ταξινομημένη. Ταυτόχρονα εισάγει διεξοδικά στην πρότασή του για την Γενική Θεωρία της Φιλοσοφίας.
Επισημαίνει χαρακτηριστικά ότι «Η σύγχυση στη φιλοσοφική διανόηση οφείλεται στο ότι οι φιλόσοφοι δεν γνωρίζουν την Φυσική Επιστήμη, και οι φυσικοί επιστήμονες δεν γνωρίζουν φιλοσοφία.»

Στο τελευταίο του βιβλίο [εκτός από τις εμπλουτισμένες επανεκδόσεις της «Προπαγάνδας» (2012) και του «Μακκιαβέλι» (2013)] «Η ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΕΝΟΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ» (2011) ευλόγως πιά ξεχειλίζει η πίκρα και η οργή του.
Υποδεικνυει σαφώς τον αμερικανικό παράγοντα, τον οποίον χαρακτηρίζει πολιτικά και πολιτισμικά αυτό ακριβώς : «Ο Orson Welles στο φιλμ Citizen Kane προβάλλει τον μεγιστάνα του Τύπου να απαντά με αυτοπεποίθηση στο ερώτημα ‘τι θα σκεφθεί ο λαός;’. ‘Θα σκεφθεί ό,τι του πούμε εμείς να σκεφθεί’».
Υποδεικνυει σαφώς την εγχώρια «έλλειψη πολιτικής αρετής» καθώς «άτομα ή ομάδες ατόμων ενεργούν προς ίδιον μόνον συμφέρον (όπως τα καρκινικά κύτταρα), αδιαφορώντας για το συμφέρον του όλου Οργανισμού».

Τολμώ να πω ότι από το συγγραφικό του έργο απουσιάζει κάτι που προφορικώς ετόνιζε με έμφαση, ο Φθόνος. Το διαχρονικό φυλετικό μας πρόβλημα συζητήσαμε δια μακρών και σε βάθος. Η σχετική μέσω Skype ηλεκτρονική συνδιάλεξή μας μαγνητοσκοπήθηκε με το πρόγραμμα FastStone και μπορεί να αναζητηθεί στο διαδίκτυο (www.dailymotion.com) υπό τον τίτλο «Φθόνος ή άμιλλα ;»

Ο Νίκος Καλογερόπουλος υπήρξε σκαπανεύς της αλήθειας. Και είναι λίγοι αυτοί που τους ενδιαφέρει η αλήθεια. Αλλά, όπως τόνιζε, «Δεν μπορούμε ποτέ να θεραπεύσουμε μίαν ασθένειαν, αν δεν γνωρίζουμε την αιτία της» (2007).
Όσοι ασπαζόμαστε την εκτίμησή του για την επερχόμενη Ελληνική Αναγέννηση, έχουμε στην διάθεσή μας αφ’ ενός το προηγούμενο της Ευρωπαίκής Αναγεννήσεως και αφ΄ ετέρου πολύτιμες ιδέες και δοκιμασμένα εργαλεία. Και η ένθερμη υπόδειξή του ήταν πάντα “Sapere aude” – τόλμα να σκέπτεσαι.
Άξια προσοχής είναι και η πρόβλεψή του «Η φιλοσοφική σκέψις, η μακραίωνη πολιτιστική παράδοση, το συλλογικό υποσυνείδητο με καταβολές σοφίας χιλιάδων ετών φαίνεται ότι παρέχουν τα εχέγγυα ότι η Κίνα μπορεί να καταστεί η πλέον ηθική και ουμανιστική Υπερδύναμις που γνώρισε ποτέ ο κόσμος.» Την τοποθετούσε χρονικά στα «Μέσα 21ου αιώνα».
Έφυγε απογοητευμένος. Δεν επέμενε στην αισιόδοξη πρόβλεψη (1996). Αλλά άφησε πολύτιμη Παρακαταθήκη.

Ειλικρινά αισθάνομαι ότι, αν γινόταν να διάβαζε αυτό το αποχαιρετιστήριο άρθρο, θα το ενέκρινε. Λέξη προς λέξη. Νομίζω, όμως, ότι θα διαφωνούσε στον τίτλο. Πιστεύω ότι θα έβαζε την συνήθη ατάκα μου, για την οποία ουδέποτε κατάφερε να κρύψει εντελώς την βαθειά ικανοποίησή του. «Άμες δε γ’ εσόμεθα πολλώ κάρρονες». Και θα έβαζε ένα ερωτηματικό στο τέλος …
Αντιθέτως, για τον επιλογο δεν πιθανολογώ. Είμαι σίγουρος :
«Ο δάσκαλος που θα σου μάθει την Αλήθεια
Δεν υπάρχει.
Τόσο μικρός και περιορισμένος
Που γεννήθηκε,
Με λόγια πολλά και λέξεις που τρέχουν η μία την άλλη
Καταλογάδην
Μιλάει πολύ, ακατάπαυστα, και γι’ αυτό την Αλήθεια
Δεν προλαβαίνει ο δόλιος να σου την πει.
…..
Τι η Αλήθεια
Είναι μόνο στο άπειρο των σχέσεων
Που μπορεί να αδράξει η ψυχή σου
Με μια ματιά της.»

Κόρινθος 9 Νοεμβρίου 2015

Κώστας Τζαναβάρας <ktz1958@gmail.com>

( published at Η Φωνή της Κορινθίας 12/11/15 )