Γραικός, Έλληνας, Ρωμιός: ένα οδοιπορικό των λέξεων στον χώρο και στον χρόνο

Αλεξάνδρας Ροζοκόκη,

Διευθύντριας Ερευνών στην Ακαδημία Αθηνών

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη (Μετεωρ. 1.352a-b) οι Έλληνες που κατοικούσαν στη Δωδώνη και στον Αχελώο, ονομάζονταν παλαιότατα Γραικοί. Πριν από τον Αριστοτέλη δεν μαρτυρείται το Γραικός ως ονομασία των Ελλήνων. Παρ’ όλ’ αυτά, ο Ησίοδος (μέσα 8ου αι. π.Χ.) αναφέρει έναν επώνυμο ήρωα Γραικόν, γιο του Δία και της Πανδώρας (απ. 5 M.-W.)· κατά τον Στέφανο Βυζάντιο ο Γραικός ήταν γιος του Θεσσαλού.

     Σύμφωνα με την πιο διαδομένη εκδοχή ο Έλλην ήταν γιος του Δευκαλίωνα και της Πύρρας, αδελφός του Αμφικτίωνα· γιοι του Έλληνα ήταν ο Αίολος, ο Δώρος, ο Ξούθος, ενώ εγγονοί του ο Αχαιός και ο Ίων. Αυτή η γενεαλογία δείχνει τη συγγένεια των ελληνικών φυλών (Αιολέων, Δωριέων, Αχαιών και Ιώνων) και την αμφικτιονική σύνδεσή τους. Σύμφωνα μ’ άλλη εκδοχή ο Έλλην ήταν γιος του Δία και της Πύρρας· λόγω καταγωγής από τον Δία οι απόγονοι τού Έλληνα αποτελούσαν ένα ευγενές έθνος. Τέλος, σύμφωνα με μία τρίτη εκδοχή ο Έλλην ήταν γιος του Προμηθέα.

     Έλληνες ονομάστηκαν αρχικά οι κάτοικοι ενός τμήματος του βασιλείου του Αχιλλέα στην περιοχή της Φθιώτιδας· μόνον αυτούς ο Όμηρος αποκαλεί έτσι (Ιλ. Β683-4) ενώ για τους υπόλοιπους Έλληνες ο ποιητής χρησιμοποιεί τα ονόματα ΑχαιοίΠαναχαιοίΔαναοί ή Αργείοι. Πρώτος ο Θουκυδίδης (1.3.2) αντιλήφθηκε ότι η εξάπλωση του ονόματος προήλθε από την υπερίσχυση των Ελλήνων της Φθιώτιδας στην Κεντρική Ελλάδα: «Από την εποχή όμως που ο Έλληνας και οι γιοι του απόκτησαν δύναμη στη Φθιώτιδα, και οι άλλες πόλεις άρχισαν να τους ζητούν βοήθεια, όλο και πιο πολύ εξ αιτίας αυτής της επικοινωνίας λέγονταν πια Έλληνες μεταξύ τους· πέρασε ωστόσο πολύς καιρός ώσπου τ’ όνομα να επικρατήσει γενικά». Για πρώτη φορά σε μια επιγραφή του 586 π.Χ. εμφανίζεται τ’ όνομα Έλληνες για να χαρακτηρίσει όλους τους κατοίκους του νότιου Ολύμπου (Παυσ. 10.7.4-6). Ήδη όμως ο Ησίοδος στα Έργα του (στ. 653) χρησιμοποιεί τη λέξη Ελλάς με τη σημερινή σημασία.

     Δεν θα παραλείψω κάποιους ωραίους θρύλους που έπλασαν οι Νεοέλληνες για τον «Έλληνα» και την «Ελλήνισσα», δηλ. τον ήρωα και την ηρωίδα που αποτελούσαν προσωποποίηση του αρχαίου ελληνικού λαού. Αυτοί ήταν πελώριοι και τόσο δυνατοί ώστε το μνήμα του πρώτου στην ασιατική ακτή του Βοσπόρου είχε «πέντε μέτρα μάκρος και δυόμισι πλάτος», ενώ η Ελλήνισσα της αρχαίας Μεσσήνης «εβαστούσεαπάνου εις το κεφάλι της» έναν μονόλιθο μήκους έξι μέτρων, τον οποίο «έφερνε από μακριά» (βλ. Ν. Πολίτη, Παραδόσεις τ. Α΄ αρ. 101, 106). Αυτός ο ογκόλιθος δεν είναι άλλος από τη σωζόμενη δεξιά παραστάδα της αρκαδικής πύλης των τειχών της αρχαίας Μεσσήνης.

     Με την εμφάνιση του χριστιανισμού και ιδίως από τότε που ο Άγιος Αθανάσιος (4οςαι. μ.Χ.) έγραψε τον λόγο του κατά των Ελλήνων, τ’ όνομα αναθεματιζόταν από τους άμβωνες και χλευαζόταν σ’ εκκλησιαστικά συγγράμματα ως συνώνυμο του ‘ειδωλολάτρη’ ή ‘αιρετικού’. Κανείς από τους εκχριστιανισθέντες Έλληνες δεν τολμούσε ν’ αποκληθεί έτσι, με αποτέλεσμα να επανέλθουν τα παλαιά και λησμονημένα ονόματα· έτσι, οι κάτοικοι της κυρίως Ελλάδας ονομάζονταν Ελλαδικοί (το επίθετο απαντά ήδη στον ποιητή Ξενοφάνη τον 6ο αι. π.Χ.). Πάντως, την πιο μεγάλη διάδοση έλαβε τότε το Γραικός· σ’ αυτό συνετέλεσαν και οι Ιταλοί καθώς αποκαλούσαν τους Έλληνες Graeci είτε από τους Γραικούς της Ηπείρου είτε από την περιοχή της Γραίας (σημ. Τανάγρα και Ωρωπός, πρβλ. Ιλ. Β498), οι οποίοι μαζί με Κυμαίους και Χαλκιδείς αποίκισαν την Κύμη της Ν. Ιταλίας. Από το λατινικό Graeci προέκυψαν όλα τα δυτικοευρωπαϊκά GreekGrecGrieche, κ.λπ. Η προέλευση του βυζαντινού κράτους από τα σπλάχνα του ρωμαϊκού είχε ως αποτέλεσμα οι υπήκοοι του Βυζαντίου να προσαγορευθούν Ρωμαίοι (ή μετέπειτα Ρωμιοί).

     Από τον 11ο αι. και εξής επανήλθε η χρήση τού Έλληνες, αφού λησμονήθηκε η αρνητική σημασία που του είχε προσδώσει η χριστιανική εκκλησία κατά τους πρώτους αιώνες της κυριαρχίας της. Η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους (1204) έκανε μισητό τ’ όνομα των Ρωμαίων και πολύ αγαπητό το Έλλην καθώς μάλιστα αντιδιαστελλόταν προς οποιονδήποτε βάρβαρο (όπως γινόταν στην κλασική εποχή μετά τους περσικούς πολέμους).

     Όταν το γένος υποδουλώθηκε στους Τούρκους, τότε η εκκλησία έκρινε συμφέρουσα την ονομασία Ρωμαίοι και ο σουλτάνος αναγνώρισε τον πατριάρχη ως πατριάρχη των Ρωμαίων, δηλ. όλων των ορθόδοξων πληθυσμών της αλλοτινής βυζαντινής αυτοκρατορίας. Όσες φορές παρουσιαζόταν η ανάγκη να διακριθούν οι Έλληνες ορθόδοξοι από τους καθολικούς οπαδούς του πάπα, η Εκκλησία χρησιμοποιούσε τ’ όνομα Γραικός (= Έλληνας ορθόδοξος χριστιανός). Έτσι δεν είναι διόλου τυχαία η επιλογή Γραικός στην περήφανη απάντηση του Αθανάσιου Διάκου προς τους Τούρκους πριν από το μαρτύριό του, όταν του πρότειναν να προσκυνήσει και να συνεργαστεί μαζί τους. Με τη φράση «εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θε να πεθάνω» ο Διάκος δηλώνει κατηγορηματικά ότι γεννήθηκε και θέλει να παραμείνει Ελληνορθόδοξος και ότι δεν πρόκειται ν’ αλλαξοπιστήσει για να σώσει τη ζωή του. Ας αναφέρω ότι ο Κοραής και οι προεπαναστατικοί (Ρήγας, Χριστόπουλος, κ.ά.) μιλούσαν για το «γένος των Γραικών». Παρ’ όλ’ αυτά στα δημοτικά τραγούδια από τον 16ο αι. και μετά, ήταν προτιμότερο το Έλλην, τα οποίο υιοθέτησαν οι αγωνιστές της Επανάστασης και τελικά επικράτησε επισήμως μετά την απελευθέρωση. Ας θυμηθούμε τον γνωστό στίχο από το τραγούδι του Μακρυγιάννη «Ο Ήλιος εβασίλεψε, Έλληνά μου …». 

     Στο Άξιον Εστί (Τα ΠάθηΨαλμός Β′, στ. 1-2) ο Ελύτης λέει: «τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική· / το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου». Ο πρώτος στίχος εναρμονίζεται όμορφα με τον στίχο 1254 από τον Αγαμέμνονα του Αισχύλου (ομιλεί η Κασσάνδρα): και μην άγαν γ’ Έλλην’ επίσταμαι φάτιν (μτφρ. ‘ειλικρινά, κατέχω πολύ καλά την ελληνική γλώσσα’). Υπενθυμίζω, τέλος, ότι στους κλασικούς Πίνδαρο, Ηρόδοτο, Πλάτωνα, κ.ά. εμφανίζονται κατά κόρον οι λέξεις Έλληνελληνικός για όσους έχουν κοινή ελληνική καταγωγή, γλώσσα, θρησκεία κι έθιμα.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.